«Το κορίτσι του σούπερ μάρκετ» – Διήγημα μυστηρίου του Χάρη Κανάκη

Η συρόμενη πόρτα του συνοικιακού μεγάλου καταστήματος άνοιξε αργά και μου άφησε ένα μικρό περιθώριο να ξανασκεφτώ αν θα κάνω το πρώτο βήμα. Τελικά αποφάσισα να μπω κρατώντας τη μεγάλη τσάντα για τα πράγματα που θα αγόραζα.

Έπειτα από τα πρώτα βήματα στον διάδρομο δεξιά, την είδα στο βάθος για άλλη μία φορά να μεταφέρει τα μεγάλα πακέτα από την αποθήκη στα ράφια, σέρνοντας με δυσκολία το μεγάλο καρότσι της τροφοδοσίας. Φαίνεται ότι μόλις πριν λίγο είχε βγει από τη μεγάλη αποθήκη όπως έκανε πάντα. Είχε φορτώσει όπως πάντα από την αποθήκη τα πράγματα που έπρεπε να μπουν στα ράφια και είχε αρχίσει να δουλεύει με μεθοδικότητα.

Τα μαλλιά της μαύρα, μακριά και σγουρά, έπεφταν στους περήφανους ώμους της και τα μάτια πάντα το ίδιο θλιμμένα αλλά λαμπερά, κοιτούσαν το κάθε τι με υπομονή και καρτερία. Καθώς έσκυβε να βάλει κάποια προϊόντα στο κάτω ράφι είδα για άλλη μία φορά τους καλλίγραμμους γλουτούς της να διαγράφονται μέσα από τη ρόμπα εργασίας. Για μία στιγμή ένιωσα μία αστραπιαία αναστάτωση αλλά συνέχισα να περπατώ κάνοντας πώς ψάχνω τα ράφια και πλησιάζοντας όλο περισσότερο κοντά της θέλοντας για άλλη μία φορά να μυρίσω το άρωμα της. Εκείνη την περίεργη μίξη φτηνού αρώματος και ιδρώτα που ξεσήκωνε τις αισθήσεις μου. Δεν είχα ποτέ βρει το θάρρος να της μιλήσω και μία φορά που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας βιάστηκα να στρέψω τα μάτια μου αλλού νικημένος.

Ήξερα το όνομά της μια και άκουγα τους συναδέλφους της να τη φωνάζουν, όμως μέσα στο μυαλό μου πάντα δέσποζε ένα και μόνο όνομα. Ήταν για μένα εκείνο το γοητευτικά παράξενο «κορίτσι του σούπερ μάρκετ». Εκείνο το κορίτσι που δεν του έριχνες δεύτερη ματιά γιατί βιαζόσουν. Εκείνο το κορίτσι που προσπερνούσες φορτωμένος με τις τσάντες ή σπρώχνοντας αποκαμωμένος το καρότσι σου ψάχνοντας τα ράφια. Εκείνο το κορίτσι του σούπερ μάρκετ που ήταν πάντα εκεί δίπλα σου αλλά εσύ δεν το έβλεπες. Πολλές φορές αναρωτήθηκα μήπως ήμουν ο μόνος που την έβλεπε, μήπως ήμουν ο μόνος που αναζητούσα τη μυρωδιά της, μήπως ήμουν ο μόνος που έβλεπα στα μαλλιά της, τα αφρισμένα νερά ενός καταρράκτη και το θλιβερό στολίδι της δυστυχίας να κρέμεται από το λαιμό της.

Τώρα βρισκόμουν δίπλα της και ρουθούνιζα τον αέρα ψάχνοντας την μυρωδιά της. Εκείνη έχοντας λες μάτια παντού, μετακίνησε το υπέροχο κορμί της λίγο στην άκρη για να περάσω. Δεν μου έριξε ούτε μία ματιά, λες και όλοι γύρω της ήταν διάφανοι όπως και εκείνη. Λες και ζούσε σε ένα διάφανο κόσμο και ήταν ένα κορίτσι που δεν μπορούσες να αγγίξεις παρά μόνο να δεις και να μυρίσεις. Μια σιλουέτα που απευθυνόταν μόνο στις αισθήσεις σου, απόμακρη, όμορφη και αέρινη. Φορώντας εκείνη την αδιαπέραστη ρόμπα με το γελοίο πολύχρωμο σήμα της αλυσίδας των σούπερ μάρκετ στο στήθος, δεν μπορούσε εύκολα κάποιος να ξεχωρίσει τι υπήρχε από κάτω, κάνοντας την ομορφιά της αδιαπέραστη και δυσδιάκριτη για εκείνους που βιάζονταν, αλλά όχι για κάποιον που είχε πάντα μία δεύτερη ματιά για την ομορφιά. Για εκείνον που αναζητούσε την ομορφιά διαρκώς όπως το διψασμένο ελάφι, το νερό στο κρυμμένο ρυάκι.

Τα χέρια της ήταν λεπτά μα δυνατά και έπιαναν με δύναμη τα πακέτα και τα προϊόντα βάζοντάς τα σε τάξη με υποδειγματική επιδεξιότητα. Την παρατηρούσα καιρό τώρα να εργάζεται με μεθοδικότητα και να αφήνει τη διάφανη γοητεία της να κυλάει στο πέρασμά της. Μία γοητεία που δεν ήταν για όλους, παρά μόνο για εκείνους που είχαν αντικρίσει την ασχήμια γύρω τους, την είχαν βαρεθεί και τώρα αναζητούσαν την ομορφιά στα ταπεινά, τα μικρά και τα κρυμμένα. Για εκείνους που αναζητούσαν την ομορφιά σε ένα φευγαλέο βλέμμα, στο αμυδρό χαμόγελο ενός προσώπου, στη μυστηριώδη κίνηση μιας ερωτικής σιλουέτας. Εκείνη την ομορφιά που βρίσκεται πίσω από τους πυκνούς θάμνους που κανένας δεν παραμερίζει για να δει τι υπάρχει, που περπατούν το μονοπάτι στο βουνό και λίγο πριν το τέλος του απογοητεύονται και παίρνουν το δρόμο της επιστροφής κατάκοποι χωρίς να δουν πού καταλήγει.

Την προσπερνώ και τη νιώθω να κατευθύνεται προς την αντίθετη μεριά του διαδρόμου. Με απογοήτευση τη βλέπω να απομακρύνεται. Χωρίς να το θέλω, με την άκρη του ματιού μου παρατηρώ το στήθος της, που σαν λεμόνι σκληρό και ζουμερό προσπαθεί να σκίσει το ύφασμα.

Την ακολουθώ από απόσταση και την κοιτάζω προσπαθώντας να μη με δουν. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου έχω ένα αδιευκρίνιστο περίεργο συναίσθημα ότι δεν θα την ξαναδώ ποτέ. Κατευθύνεται σπρώχνοντας το άδειο καρότσι της τροφοδοσίας προς την αποθήκη που βρίσκεται πίσω από τα ταμεία. Σπρώχνει τα πελώρια πλαστικά που υπάρχουν στην είσοδο, που στέκουν εκεί σαν ξεραμένα μυστηριώδη φύκια της θάλασσας των Σαργάσσων και εκείνα παραμερίζουν υπάκουα στο άγγιγμα της. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ και να ψάξω τα πράγματα που χρειάζομαι για το σπίτι. Κάνω μερικούς γύρους στους διαδρόμους βαριεστημένα και πετάω νευρικά μέσα στο καρότσι πακέτα, μπουκάλια και συσκευασίες. Στα τυριά όπως πάντα έχει ουρά, παίρνω αριθμό προτεραιότητας και περιμένω τη σειρά μου, παράλληλα κοιτάζω την είσοδο της αποθήκης πίσω από τα ταμεία μήπως τη δω να βγαίνει. Τίποτα, η ώρα περνά αργά και βασανιστικά, έρχεται η σειρά μου και ο υπάλληλος με ρωτάει χαμογελώντας τι χρειάζομαι. Δύο γριές δίπλα μου τσακώνονται για τη σειρά τους, ένας ηλικιωμένος κύριος κάτι με ρωτάει και με δυσκολία του απαντάω πως δεν γνωρίζω, προσπαθώντας να τον αποφύγω ευγενικά. Έπειτα από λίγο φεύγω από τα τυριά και κατευθύνομαι προς τα ταμεία έχοντας πάντα καρφωμένο το μάτι μου στην είσοδο της αποθήκης. Καμία κίνηση, το κορίτσι του σούπερ μάρκετ δεν λέει να φανεί και τα πλαστικά κρέμονται ακίνητα περιμένοντας κάποιος να τα αγγίξει στο πέρασμά του. Πληρώνω απογοητευμένος την υπάλληλο στο ταμείο και παίρνω τις γεμάτες τσάντες ρίχνοντας μία τελευταία ματιά. Κατευθύνομαι προς την έξοδο και προσπαθώ να μυρίσω τον αέρα ψάχνοντας τη μυρωδιά της. Η συρόμενη πόρτα κλείνει πίσω μου με θόρυβο.

Στο σπίτι εκείνο το απόγευμα η ώρα περνούσε αργά και βασανιστικά. Έφαγα κάτι πρόχειρο, χάζεψα λίγο τηλεόραση και έπεσα νωρίς για ύπνο. Το επόμενο πρωί καθώς άνοιξα την μπαλκονόπορτα είδα δύο γειτόνισσες στην απέναντι πολυκατοικία να συζητούν με μεγάλο ενδιαφέρον η καθεμία από το μπαλκόνι της. Άθελά μου άκουσα σκόρπιες λέξεις από αυτά που έλεγαν και μπερδεμένα νοήματα διέγειραν το ενδιαφέρον μου περισσότερο. Η λέξη «εξαφανίστηκε» και η λέξη «σούπερ μάρκετ» έκαναν ανησυχητικούς συνειρμούς στο μυαλό μου. Λίγο αργότερα μπαίνοντας στο ιντερνέτ εμφανίστηκε σαν πρώτη είδηση στα τοπικά νέα η εξαφάνιση μιας νεαρής κοπέλας που δούλευε στο σούπερ μάρκετ κοντά στο σπίτι μου. Οι τελευταίες μαρτυρίες έλεγαν ότι καθώς έκανε τη δουλειά της και μπαίνοντας στην αποθήκη τροφοδοσίας κανένας δεν την είδε να ξαναβγαίνει μέχρι το κλείσιμο της βάρδιας. Τελευταία φορά την είδε ένας υπάλληλος ο οποίος κατέθεσε πώς την είδε να ψάχνει κάτι απροσδιόριστο μέσα σε μεγάλα άδεια χαρτόκουτα. Στην αστυνομία κατέθεσε πώς της μίλησε αλλά εκείνη δεν του απάντησε. Μία ανατριχίλα διαπέρασε τη σπονδυλική μου στήλη και ένιωσα τις τρίχες σε όλο μου το σώμα να σηκώνονται. Η αστυνομία μιλούσε για μία πολύ περίεργη υπόθεση εξαφάνισης και οι έρευνες είχαν αρχίσει ήδη από χθες αργά το βράδυ. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω ό,τι διάβαζα. Νόμιζα ότι βρίσκομαι σε όνειρο. Πώς ήταν δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο! Πώς εξαφανίζεται ένας άνθρωπος έτσι ξαφνικά μπροστά στα μάτια όλων. Ήμουν εκεί, την κοίταζα, ήταν δίπλα μου, τη μύριζα, μπορεί μαζί με μένα να την κοιτούσαν και άλλοι ή ήμουν ο μόνος; Πώς είναι δυνατόν να είναι αλήθεια όλα αυτά.

Πέρασαν αρκετές μέρες και κανένα νεότερο δεν υπήρχε για την εξαφάνιση αυτής της κοπέλας. Όλη η γειτονιά αλλά και όλη η πόλη μιλούσε για αυτή την περίεργη εξαφάνιση. Αυτό το κορίτσι που όλοι γνώριζαν το όνομά του και το είχαν στο στόμα τους είχε εξαφανιστεί εντελώς ξαφνικά μπαίνοντας σε αυτήν την αποθήκη τροφοδοσίας στο συνοικιακό σούπερ μάρκετ που δούλευε. Μπήκε μέσα στην αποθήκη, πέρασε αυτή την πόρτα και πότε δεν ξαναβγήκε. Δεν βρέθηκε κανένα ίχνος της ούτε κάποιο προσωπικό της αντικείμενο, μία τσάντα, μία ποδιά, ένα κοκαλάκι από τα μαλλιά της, τίποτα. Τα βράδια που ακολούθησαν δεν μπορούσε να με πάρει ο ύπνος, είχα στο μυαλό μου τα μάτια της, με όλη εκείνη τη θλιμμένη και περίεργη λάμψη να κοιτάζουν τα ράφια και τα αντικείμενα γύρω της. Ένα σύννεφο είχε καλύψει το μυαλό μου και σκοτεινές σκέψεις με είχαν πλημμυρίσει. Τι συνέβη σε αυτό το κορίτσι! Πώς είναι δυνατόν να εξαφανίστηκε ένας άνθρωπος μέσα σε τόσο κόσμο!

Το θέμα έγινε πρώτη είδηση στα δελτία της τηλεόρασης, οι έρευνες συνεχίστηκαν στο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον της. Καμία ένδειξη καμία μαρτυρία, τίποτα που να υπονοεί έστω ότι κάτι άσχημο μπορούσε να της έχει συμβεί. Μία πολύ περίεργη εξαφάνιση, ένα πολύ περίεργο συμβάν που αναστάτωσε για καιρό την τοπική κοινωνία και ποτέ μα ποτέ δεν εξιχνιάστηκε στο πέρασμα των χρόνων.

Έπειτα από μερικούς μήνες το σούπερ μάρκετ έκλεισε. Κάποιοι είπαν ότι πουλήθηκε η εταιρεία σε άλλον ιδιοκτήτη και εκείνος αποφάσισε να το κλείσει. Η ιστορία του κοριτσιού έμεινε στη μνήμη όλων σαν μία σκοτεινή πινελιά σε έναν κακό πίνακα ζωγραφικής. Τα ερωτηματικά έδωσαν τη θέση τους στις αδιευκρίνιστες ενοχές, που κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει από πού προέρχονταν.

Τι πραγματικά συνέβη στο κορίτσι του σούπερ μάρκετ! Η σκέψη της με τα χρόνια μέσα μου ξεθώριασε και έμεινε μόνο μία περίεργη αίσθηση πίκρας και ερωτηματικών. Ερωτηματικά που δεν απαντήθηκαν ποτέ και μόνο μία ανεπαίσθητη ανάμνηση ξεφλουδισμένης ομορφιάς έμεινε στο πίσω μέρος του μυαλού μου να με στοιχειώνει για πάντα.

Χάρης Κανάκης
Νέα Φιλαδέλφεια
4 Αυγούστου 2019

Αναδημοσίευση από το blog του Χάρη Κανάκη sirah68 – «Ιχνηλάτης»

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *