«Το σπίτι της οδού Υακίνθου» – νέο βιβλίο από τον Χάρη Κανάκη

Στις 12 Ιουλίου του 2019 κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο του συμπολίτη μας μουσικού και συγγραφέα με το γενικό τίτλο «Το σπίτι της οδού Υακίνθου»από τις εκδόσεις Αndy’s publishers. 

«Τι πραγματικά συνέβη στον καθηγητή μαθηματικών Ανδρέα Σιρμόπουλο; Ποια είναι η Αθανασία και ποιοι γλεντούν φλερτάροντας με τη φρίκη; Ποια μυστηριώδης δύναμη και ποιο σκοτεινό παρελθόν βασανίζουν την Αλίσια; Ακούστε την αινιγματική ιστορία ενός κάστανου, ταξιδέψτε στον χωροχρόνο με ξεναγό έναν αρχαίο καλλιτέχνη και νιώστε την ανατριχιαστική υγρασία του σκοτεινού ποταμού που παρασύρει τον ποιητή Ανδρεάδη.
Μεταμορφώσεις, παραισθήσεις, στιγμές ρίγους και μυστηρίου. Όταν περάσεις στην άλλη όχθη, ίσως είναι χωρίς επιστροφή…»

Σημείωμα του εκδότη Σταύρου Κρητικού
Η δεύτερη λογοτεχνική απόπειρα του Χάρη Κανάκη, μια συλλογή διηγημάτων, αποκαλύπτει αμυδρά με τον παράλληλο τίτλο της, «Παράξενες διηγήσεις», τον χώρο του μεταφυσικού στον οποίον κινείται. Όμως το στοιχείο του μεταφυσικού στα διηγήματα του Κανάκη δεν παρουσιάζεται σε συνθήκες που συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Χαρακτήρες με ασυνήθιστες ιδιότητες, μεταφυσική θεματολογία και πλοκή, εξωπραγματικά γεγονότα και καταστάσεις λάμπουν δια της απουσίας τους από τις αφηγήσεις του. Σε αντίθεση με τα ειωθότα στη λογοτεχνία του μεταφυσικού, κυρίαρχος παράγοντας είναι ο ρεαλισμός στην αφήγηση και στα γενικά στοιχεία. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας, καθημερινές καταστάσεις και γνώριμες εικόνες συνθέτουν το σκηνικό και το μεγαλύτερο μέρος των ιστοριών αυτών.Παραφράζοντας τον διάσημο στίχο του Ρίτσου «…τόσο θετική σαν μεταφυσική…», θα μπορούσαμε να έχουμε μια σιβυλλική πρώτη προσέγγιση σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων του Χάρη Κανάκη. «Τόσο φυσικό σαν μεταφυσικό…». Λένε ότι αν θες να κάνεις ένα δωμάτιο έντονα πολύχρωμο, δεν πρέπει να βάψεις τους τοίχους με έντονα χρώματα. Πρέπει να το βάψεις λευκό και να προσθέσεις πολύχρωμα επιμέρους στοιχεία, όπως έπιπλα, κάδρα, υφάσματα. Έτσι ακριβώς και οι «Παράξενες διηγήσεις» του Κανάκη στήνονται σε ένα άκρατα ρεαλιστικό σκηνικό και «μπολιάζονται» αριστοτεχνικά με έντονες μεταφυσικές πινελιές που δίνουν το στίγμα των ιστοριών. Η απόκλιση από την πραγματικότητα δεν εμφανίζεται ως κάτι που γίνεται ή θα μπορούσε να γίνει, αλλά σαν φευγαλέα διάθεση, σαν παιχνίδισμα του μυαλού, σαν ανάμνηση που δεν ξέρεις αν την έζησες ή αν την ονειρεύτηκες. Και εν είδει γνωσιακού κινέζικου βασανιστηρίου, ο συγγραφέας συνειδητά επιλέγει να μην ξεκλειδώσει τίποτα για τον αναγνώστη, να μην δώσει εξηγήσεις αλλά να αφήσει τη γοητεία των πολλαπλών ερμηνειών ως επίγευση της ανάγνωσης. Πιθανόν η καλύτερη περιγραφή της ατμόσφαιρας των διηγημάτων έρχεται από το ίδιο το κείμενο, από τον επίλογο ενός εκ των διηγημάτων: »Δεν είναι στις προθέσεις μου να βγάλω συμπεράσματα για όλη τούτη την ιστορία. Απλώς καταγράφω τι συνέβη στην πόλη μας κάποια απροσδιόριστη εποχή, τότε που ζούσαμε σαν υπνωτισμένοι και περπατούσαμε τον πεζόδρομο καταλήγοντας στη μεγάλη πλατεία με τις φλαμουριές και τα πεύκα. Το τελευταίο μεγάλο καλό ενός δημάρχου που δεν δυσκολευτήκαμε καθόλου να ξεχάσουμε, όπως ξεχάσαμε και πολλές άλλες μικρές λεπτομέρειες. Όπως ξεχάσαμε από πού ήρθαμε και πού πάμε. Το διαρκές περπάτημα μάς βοήθησε σ’ αυτό. Περπατώντας βάλαμε τις σκέψεις μας σε τάξη. Μια διαδικασία περίεργη, σαν αυτόματο κούρδισμα, μηχανισμός ψυχικής αυτοΐασης που μας διαμόρφωσε και μας κράτησε ζωντανούς.»

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *