Το ταψί – 21 Απριλίου 1967 στη Νέα Χαλκηδόνα – της Κλεοπάτρας Δίγκα

Πρωινό, το ραδιόφωνο: »Ο Στρατός ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας προκειμένου να την διασώσει από το αδιέξοδο εις το οποίον έχει περιέλθει. Επιτρέπεται η σύλληψις και φυλάκισις κάθε προσώπου, άνευ τηρήσεως οιασδήποτε διατυπώσεως ήτοι άνευ εντάλματος της αρμοδίας αρχής και χωρίς να συντρέχει αυτόφωρος κατάληψις. Απαγορεύεται πάσα συνάθροισις ή συγκέντρωσις σε κλειστό ή ανοιχτό χώρο. Πάσα τοιαύτη θα διαλύεται δια των όπλων. Μέχρι νεωτέρας διαταγής απαγορεύεται η κυκλοφορία εις τας οδούς της πόλεως πάσης φύσεως οχημάτων και πεζών. Οι εξελθόντες εις τας οδούς, να επανέλθουν αμέσως εις τας οικίας των. Υπ’ όψιν ότι μετά την δύση του ηλίου, πας κυκλοφορών εις τας οδούς, θα πυροβολείται άνευ προειδοποιήσεως»…….

Έξω απ’ το Δημαρχείο, στο Ηρώδειο, ο κόσμος είχε αρχίσει να μαζεύεται στις δυο πλευρές του δρόμου. Η Δεκελείας ήταν άδεια, πάνω κάτω. Κι είχε μια μυστήρια ησυχία χωρίς αυτοκίνητα.

Όλο και περισσότεροι ερχόντουσαν. Όπως στις »Εθνικές Εορτές» μαζευόντουσαν όλοι να δουν τα παιδιά τους στην παρέλαση των σχολείων της γειτονιάς. Ίδια. Μιλούσαν χαμηλόφωνα, ο ένας με τον άλλο. Σιγά σιγά όμως οι ομιλίες ανέβαιναν. Τι είναι τώρα αυτό; τι έγινε; από ποιους; Ήξεραν οι μεγάλοι. Όμως ήταν όλοι εκεί. Δυο τρεις χωροφύλακες πηγαινοέρχονταν μόνοι τους στην άδεια άσφαλτο και έκαναν σήμα στον κόσμο να σωπάσει, με μια επικολλημένη αυστηρότητα κι ούτε ήξεραν κι αυτοί πως να φερθούν – ήταν βλέπεις η αρχή, μετά έμαθαν. Κάτι πειράγματα πίσω απ’ την πλάτη τους, όταν πέρναγαν, τους έκαναν να στρέφονται να ψάχνουν τον ένοχο ανάμεσά στα κεφάλια και μόλις ξαναγύριζαν την πλάτη πάλι τα ίδια.

Αυτή η ησυχία όμως, ήταν περίεργη, αλλόκοτη. Στην παρέλαση, συνήθως, περίμεναν την μπάντα ν’ ακουστεί, σήμα του ξεκινήματος, τη σημαία να παίρνει κεφάλι στο βάθος, τα σχολεία όλα να ακολουθούν. Ο δρόμος ήταν άδειος από πάνω ως κάτω. Τώρα τι περίμεναν;

Αυτή η απλωμένη ησυχία έκανε τις κουβέντες να ακούγονται πιο καθαρά. Κανείς δε χαμογελούσε. Χείλι δε τσάκιζε. Η ησυχία πριν την καταιγίδα έμοιαζε, και οι ψυχές μαζεμένες.

Τότε απ’ την πάνω μεριά του δρόμου, απ’ άγνωστο χέρι, ένα ταψί άρχισε να κυλά μόνο του στην άσφαλτο σα ρόδα στην κατηφοριά. Με μια ευστάθεια στο κύλισμα απίστευτη, το άτιμο, να μη λέει να γείρει, να χορέψει πάνω στον πάτο του για λίγο και μετά να μείνει ακίνητο στη μέση.

Αυτό, αντίθετα, όλο και συνέχιζε να κατεβαίνει με τον μεταλλικό του θόρυβο, γκράνγκα-γκρούνγκα, στη άδεια άσφαλτο. Και όχι ίσια, αλλά μια δεξιά, μια ζερβά, να γράφει διαγώνιες σ’ όλο το πλάτος του δρόμου, αργά αργά, καμαρωτά και σταθερά προς τους χωροφύλακες που βάδιζαν μπροστά του σε απόσταση, ανύποπτοι για τον σαματατζή σαμποτέρ που τους ακολουθούσε.

Το χάχανο που συγκρατημένα άρχισε ν’ ακούγεται απ’ τον κόσμο που έβλεπε το ταψί αμέριμνο και θορυβώδες να περνά μπροστά του, μάλλον αυτό έκανε τα »όργανα» να γυρίσουν να δουν τι συμβαίνει πιο πάνω, πίσω τους. Κατακόκκινοι απ’ το θυμό, έσπευσαν να το συλλάβουν. Κι αυτό, το γυαλιστερό,
στραβικατινισμένο τέρας, αποφάσισε να τερματίσει την ένδοξη παρέλαση του τρία μέτρα πριν το τσακώσουν, κάνοντας θριαμβικό φινάλε πάνω στον πάτο του, με στρογγυλά χοροπηδήματα πάνω στην περιφέρειά του, ως να καθίσει νικημένο από την αδράνεια, ενώ το χάχανο κορυφωνόταν γύρω και με τους χωροφύλακες, νοιώθοντας γελοιοποιημένοι, να μην έχουν ένοχο για σύλληψη…

Μ’ ένα ταψί να τα βάλουν;

Η αντίσταση στη Χούντα είχε αρχίσει, όπως, όπου, μ’ οτιδήποτε. Ακόμα και μ’ ένα ταψί.

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *