Ακρόπολη: η προαλειφόμενη …«ρεσεψιόν» του σύγχρονου «κλεινού άστεως»; – του Δημήτρη Αργυράκη

Η ξεχωριστή θέση που κατείχε πάντοτε το αττικό τοπίο στα βιώματα των κατοίκων του και στη μνήμη των περιηγητών που το επισκέφθηκαν, υπήρξε αποτέλεσμα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της σύνθεσής του. Η συνύπαρξη σπουδαίου μνημειακού πλούτου με τις λιτές και καθαρές φόρμες μιας φύσης οικείας, μέσα στα ανθρώπινα μέτρα, οδήγησε σε μια ιδιαίτερου κάλλους τοπιακή διαμόρφωση. Αυτή η κοινή πορεία μνημείων και φύσης στο χρόνο, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας αισθητικής, όπου τα στοιχεία αυτά ταυτίζονται και νοούνται ως μια ενότητα, αποτελώντας το αττικό τοπίο. Το αυθεντικό αττικό τοπίο φτάνει ως το σήμερα αποσπασματικά, μέσω των αρχαιολογικών χώρων, μεταφέροντας πλήθος νοημάτων και αντιπροσωπευτικές εικόνες του παρελθόντος τοπίου, αποτελώντας με τον τρόπο αυτό την απαραίτητη εναλλαγή μέσα στην ομοιογένεια των δομών της σύγχρονης πόλης. Πρόκειται για φορείς μνήμης και φύσης, που είναι σε θέση να επηρεάσουν ακόμα και τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με την ιστορική φυσιογνωμία της πόλης, η οποία ακολούθησε και αυτή την πορεία αλλοίωσης του αττικού τοπίου μέσα στο χρόνο.

Η ταύτιση φύσης και μνημείων, ήδη από την εποχή της δημιουργίας τους, εξακολουθεί να επιβιώνει σε αρμονικά και ιδιαίτερα εύθραυστα σύνολα εντός των αρχαιολογικών χώρων. Παρουσιάζει ενδιαφέρον η εξέταση αυτής της αμφίδρομης σχέσης αρχαιολογικών χώρων και του φυσικού τους περιβλήματος από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή και μάλιστα σε σχέση με διαφορετικά σύγχρονα περιβάλλοντα. 

Ως μνημεία θεωρούνταν τμήματα της φύσης, σημεία που διατηρούσαν ίχνη θεϊκής παρουσίας, επιτύμβια μνημεία που συνδέονταν με τη λατρεία των προγόνων, των μυθικών ή θνητών ηρώων, αλλά και τόποι ιστορικής σημασίας, όπου είχαν διαδραματιστεί σημαντικά ιστορικά γεγονότα και μάχες, και αγάλματα που έφεραν τη μνήμη θεών και ανθρώπων. Όλα τα μνημεία ανεγείρονταν ελεύθερα στο φυσικό τους περιβάλλον, ως συνέχεια της φύσης, κατασκευασμένα με τα δικά της υλικά, σε απόλυτη αρμονία με τους κανόνες της.

Σήμερα, το ευρύ κοινό λανθασμένα αναζητά πολλές φορές πίσω από το μνημείο μόνο το μνημειώδες. «Ως μνημεία νοούνται τα πολιτιστικά αγαθά που αποτελούν υλικές μαρτυρίες και ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας και των οποίων επιβάλλεται η ειδικότερη προστασία» ορίζει ο Ν. 3028 περί προστασίας των Αρχαιοτήτων, ο οποίος κάνει επίσης σαφή διάκριση των κατηγοριών των μνημείων, ενώ στην προστασία τους εντάσσει και το άμεσο φυσικό τους περιβάλλον. Δεν είναι, λοιπόν, μόνο το μνημειώδες που έχει αξία, αλλά και οποιοδήποτε κινητό ή ακίνητο μνημείο μαζί με το περιβάλλον του, που φέρει τη μνήμη ενός άλλου πολιτισμού που το δημιούργησε και ενισχύει το αίσθημα της συνέχειας και της διάρκειας της πόλης μέσα στο χρόνο.

Τα μνημεία της πόλης σήμερα συνεχίζουν να βρίσκονται σε άμεση σχέση με το περιβάλλον τους, όταν αυτό διατηρείται, και αποτελούν φορείς μνήμης, πεδίο σκέψης της ιστορικής συνέχειας των εποχών και του ενιαίου ιστορικού βάθους των αστικών δομών, ένα διαρκή βιωμένο χώρο, που συνέχει την πόλη μέσα στο χρόνο. Ακόμα και όταν χάσουν το φυσικό περίβλημά τους και μείνουν εγκλωβισμένα μέσα στον σύγχρονο αστικό ιστό, εξακολουθούν να αποτελούν ένα είδος δημόσιου χώρου, που αδιάλειπτα και ποικιλότροπα συνδιαλέγεται με τους κατοίκους της σύγχρονης πόλης, ένα διαρκές ίχνος και ξεχωριστό συνεκτικό στοιχείο μνήμης της ιστορικής φυσιογνωμίας της.

Αυτό το φυσικό περίβλημα των μνημείων του αττικού και ιδιαίτερα του αθηναϊκού τοπίου, υπόκειται σε ένα διαχρονικό και βασανιστικό βιασμό, αρχόμενο από τη δεκαετία του ’50 με τις περίφημες εργολαβίες και την αντιπαροχή, την επίχωση των ποταμιών και ρεμάτων που διέτρεχαν την πόλη, το θάψιμο των αρχαίων στα θεμέλια εξαμβλωματικών πολυκατοικιών, την άναρχη δόμηση και την αλόγιστη τσιμεντοποίηση.  

Το θέμα που ανέκυψε πρόσφατα με την αδειοδότηση ανέγερσης δύο πολυώροφων ξενοδοχείων γύρω από την Ακρόπολη, μπορεί να δίνει την εντύπωση κάποιου ευκαιριακού πολεοδομικού παραλογισμού, είναι, όμως, κάτι σαφώς βαθύτερο. Εντάσσεται στα πλαίσια ενός βαθμιαία εξελισσόμενου αναπτυξιακού προσανατολισμού, που έχει ως όραμα τον ορισμό των μνημείων και του φυσικού περιβάλλοντος ως πεδίου κερδοφορίας σε μια παγκόσμια «πολιτιστική αγορά», στην οποία η χώρα μας διαθέτει αναμφίβολα ένα «συγκριτικό πλεονέκτημα».   

Η αγοραία υποβάθμιση και η στεγνή εμπορευματοποίηση του δημόσιου, φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος δεν είναι μία διοικητική αβλεψία για τη διόρθωση της οποίας είναι αρκετή μία επιτροπή ειδικών που θα εξετάσει τα δεδομένα και θα τα διορθώσει. Είναι στρατηγική πολιτική απόφαση, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί είτε με διοικητικές ενέργειες, είτε με διοικητική απραξία. Αλλά η ρίζα, η προέλευση, η αιτία και ο τελικός σκοπός βρίσκονται στην πολιτική απόφαση. Αυτός ο πολιτικός σχεδιασμός , υπαγορευμένος ήδη από τη συνθήκη του Μάαστριχτ  και την  Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι που θέλει το πολιτιστικό και μνημειακό απόθεμα να χωρέσει στη λογική της οικονομικής και λογιστικής διαχείρισης, που επιθυμεί η αξία του πολιτιστικού περιβάλλοντος να μην προκύπτει από την ίδια του τη φύση και από την αδιαμεσολάβητη επαφή της κοινωνίας, του λαού με αυτό, αλλά από τους όρους της ελεύθερης αγοράς και τη λογική της επένδυσης.  

Τη λογική αυτού του πολιτικού σχεδιασμού υπηρετούν ορισμένες θεμελιώδεις επιλογές που δρομολογήθηκαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, προλειαίνοντας κατάλληλα το έδαφος για τις επερχόμενες εξελίξεις:

Επιβλήθηκε εκ των ων ουκ άνευ – στα πλαίσια των μνημονιακών προαπαιτούμενων – ως «αναπτυξιακό πρόταγμα» η άλωση της έκτασης στο Ελληνικό, με στόχο να αποτελέσει ένα προνομιακό πεδίο επένδυσης σε ένα υπερτοπικό πολυτελές τουριστικό και εμπορικό θέρετρο, με φαραωνικού τύπου κτηριακές υποδομές. Σημειωτέον ότι η περιοχή χωροθέτησης του συγκεκριμένου έργου χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη και ανάπτυξη τριών αρχαίων δήμων: Ευωνύμου, Αλιμούντος και Αιξωνής. Οικισμοί, εργαστήρια, νεκροταφεία, ταφικές περίβολοι, οικοδομικά λείψανα, αρχαίες λιμενικές εγκαταστάσεις, αρχαία λατομεία, εκατοντάδες κινητά ευρήματα, μαρτυρούν ότι η περιοχή από το Φαληρικό Δέλτα ως τα Αστέρια Γλυφάδας, δηλαδή το «φιλέτο» που «ορέγονται» οι επενδυτές, κατοικείται αδιάλειπτα από την 4η χιλιετία π.Χ.

Άναψε το «πράσινο φώς» για την ανέγερση του θηριώδους εμπορικού πολυχώρου “Academy Gardens”, ύψους 21 μέτρων και συνολικής υπέργειας επιφάνειας 55.000 τ.μ., στο οικόπεδο του πρώην εργοστασίου κλωστοϋφαντουργίας «Μουζάκη» έκτασης 22 στρεμμάτων, δίπλα ακριβώς στον αρχαιολογικό χώρο της Ακαδημίας Πλάτωνος.

Θεσπίστηκαν μια σειρά νομοθετικών διατάξεων, οι οποίες υποτάσσουν το αρχαιολογικό έργο στη λογική των «fast track» επενδύσεων και ψαλιδίζουν την «ενοχλητική» αρχαιολογική νομοθεσία.

Εντείνονται οι προσπάθειες ένταξης πλήθους σημαντικών μνημείων και αρχαιολογικών χώρων του τόπου στον κατάλογο του Υπερταμείου, στην προοπτική της «βέλτιστης εκμετάλλευσής» τους. 

Αυτό το «αναπτυξιακό όραμα», λοιπόν, οδηγεί στη μετάλλαξη της αττικής γης και ιδιαίτερα του ευρύτερου περιβάλλοντος της Ακρόπολης σε μία άμετρη και ανεξέλεγκτη ξενοδοχειακή και εμπορική ζώνη, στα σπλάχνα της οποίας, τα ίδια τα ιστορικά μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι θα διολισθήσουν στην κατηγορία του εμπορεύματος, λειτουργώντας ως «ατραξιόν» των μεγαλόπνοων επενδύσεων, εκτινάσσοντας, παράλληλα, στα ύψη την προστιθέμενη αξία στα κέρδη τους.

Προδιαγράφει, στην περίπτωση του Ελληνικού, την προοπτική «ανάδειξης» κάποιων αποσπασματικών αρχαιολογικών χώρων μέσα σε μία κατά βάση ιδιωτική έκταση, αποτελούμενη από ουρανοξύστες, καζίνο και πισίνες, αρχαιολογικών χώρων που θα αποτελούν το «πολιτιστικό προσωπείο» μιας κατά τ’ άλλα κυνικής, παρασιτικής και αδηφάγας οικονομικής ελίτ.

Μετατρέπει, στην περίπτωση του εμπορικού πολυχώρου στην Ακαδημία Πλάτωνος, τον επισκέπτη του αρχαιολογικού χώρου, από  πρωταγωνιστή μιας βιωματικής και παιδευτικής σχέσης με τα σπαράγματα της ιστορίας και της μνήμης σε χειραγωγούμενο καταναλωτή, όπου η εμπειρία του αρχαιολογικού χώρου θα είναι εμπειρία αγοράς προϊόντος, η οποία θα έχει αφετηρία την Ακαδημία Πλάτωνος και κατάληξη το “Academy Gardens”. 

Και, ως κατακλείδα αυτής της «αναπτυξιακής αμετροέπειας», η Ακρόπολη, ένα παγκοσμίως αναγνωρίσιμο «πολιτιστικό εμπόρευμα» με βαριά ιστορική παρακαταθήκη, μήπως προαλείφεται να μετουσιωθεί στην απαστράπτουσα «ρεσεψιόν» του σύγχρονου «κλεινού άστεως»;

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *