Στιγμές από το Παρελθόν: 5 Δεκεμβρίου

Το Γεγονός (Η Μάχη της Μόσχας-1941), η Γέννηση (Φριτς Λανγκ-1890), ο Θάνατος (Νέλσον Μαντέλα-2013)

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ: Η Μάχη της Μόσχας

Η Μάχη της Μόσχας είναι το όνομα που έχει δοθεί από Σοβιετικούς ιστορικούς σε δύο περιόδους σημαντικών μαχών κατά μήκος ενός τομέα 600 χιλιομέτρων στο Ανατολικό Μέτωπο κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Διαδραματίστηκε μεταξύ Οκτωβρίου 1941 και Ιανουαρίου 1942. Ο Χίτλερ θεωρούσε την Μόσχα κύριο στρατηγικό στόχο των δυνάμεων του Άξονα στην Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Στις 5 Δεκεμβρίου 1941 ο Στρατάρχης Ζούκοφ εξαπέλυσε την μεγάλη Σοβιετική αντεπίθεση που έκρινε ουσιαστικά την έκβαση ΣοβιετοΓερμανικού Πολέμου.

Το αρχικό σχέδιο κεραυνοβόλου πολέμου, (κωδική ονομασία Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα), προέβλεπε την κατάληψη της Μόσχας σε τέσσερις μήνες. Όμως, παρά τη μεγάλη αρχική προώθηση, η Βέρμαχτ επιβραδύνθηκε λόγω της σοβιετικής αντίστασης (πιο συγκεκριμένα στη Μάχη του Σμολένσκ, η οποία διήρκεσε από τον Ιούλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1941 και καθυστέρησε την επίθεση στη Μόσχα κατά δύο μήνες).

Scherl:
An der Sowjetfront: Verschlammte Strasse im Raum von Moskau.
(Λάσπη έξω από τη Μόσχα-Νοε 1941)

Μόλις η Βέρμαχτ εξασφάλισε το Σμολένσκ, επέλεξε να ανασυντάξει της δυνάμεις της γύρω από το Λένινγκραντ και το Κίεβο, καθυστερώντας περαιτέρω την επίθεση στη Μόσχα. Η προώθηση των δυνάμεων του Άξονα ξεκίνησε ξανά στις 2 Οκτωβρίου 1941 με την επίθεση που έφερε την κωδική ονομασία Επιχείρηση Τυφώνας, με σκοπό την κατάληψη της Μόσχας πριν την έλευση του χειμώνα. Μετά από μια προώθηση που οδήγησε στην περικύκλωση και την καταστροφή αρκετών σοβιετικών στρατιών, οι Γερμανοί αναχαιτίστηκαν στη γραμμή άμυνας του Μοζάισκ, μόλις 120 χιλιόμετρα από τη Μόσχα. Έχοντας διαρρήξει τη σοβιετική άμυνα, η επίθεση τη Βέρμαχτ επιβραδύνθηκε από τις καιρικές συνθήκες, αφού οι φθινοπωρινές βροχές κάλυπταν τους δρόμους και τα πεδία με παχιά λάσπη που παρακώλυαν σημαντικά τα οχήματα του Άξονα, τα άλογα και τους στρατιώτες. Παρόλο που το ξέσπασμα του χειμώνα και το πάγωμα του εδάφους επέτρεψαν στις δυνάμεις του Άξονα να συνεχίσουν να προωθούνται, είχαν να αντιμετωπίσουν ολοένα αυξανόμενη σοβιετική αντίσταση.

 

Στις αρχές Δεκεμβρίου, οι προωθημένες ομάδες Πάντσερ απείχαν λιγότερο από 30 χιλιόμετρα από το Κρεμλίνο, και οι αξιωματικοί της Βέρμαχτ μπορούσαν να δουν κάποια από τα κτίρια της Μόσχας με κιάλια. Παρόλα αυτά οι δυνάμεις του Άξονα δεν ήταν ικανές να προωθηθούν περαιτέρω. Στις 5 Δεκεμβρίου 1941 νέες σοβιετικές δυνάμεις από την Σιβηρία, εκπαιδευμένες στις χειμερινές επιχειρήσεις, επιτέθηκαν στις γερμανικές δυνάμεις στο μέτωπο της Μόσχας. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1942 οι Σοβιετικοί είχαν απωθήσει την Βέρμαχτ από 100 έως 250 χιλιόμετρα από τη Μόσχα, απομακρύνοντας την άμεση απειλή κατά της Μόσχας. Οι δυνάμεις του Άξονα δεν πλησίασαν ποτέ ξανά τόσο κοντά στη σοβιετική πρωτεύουσα.

Η Μάχη της Μόσχας ήταν μία από πλέον σημαντικές μάχες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως επειδή οι Σοβιετικοί κατάφεραν να εμποδίσουν την πιο σοβαρή απόπειρα κατάληψης της πρωτεύουσάς τους. Η μάχη ήταν μία από τις μεγαλύτερες όλου του πολέμου, με περισσότερες από 1.000.000 απώλειες. Αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς ήταν η πρώτη φορά από το 1939, οπότε ξεκίνησε τις πολεμικές επιχειρήσεις η Βέρμαχτ, που υποχρεώθηκε σε μεγάλης κλίμακας υποχώρηση.

Πηγή: el.wikipedia.org

Η ΓΕΝΝΗΣΗ: Φριτς Λανγκ

«Die Frau im Mond»

Ο σπουδαίος Αυστριακός σκηνοθέτης, Φριτς Λανγκ (Friedrich Anton Christian Lang), θεωρείται δικαίως ως ο βασικός εκπρόσωπος του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Ως σκηνοθέτης ο Λανγκ είχε τη φήμη του τελειομανούς και δύσκολου χαρακτήρα, αλλά οι δημιουργίες του υπήρξαν ανεξίτηλα σημεία αναφοράς στην ιστορία της Έβδομης Τέχνης. Το Βρετανικό Κινηματογραφικό Ινστιτούτο έχει αποκαλέσει τον Φριτς Λανγκ ως «Μάστορα του Σκότους», για τα σκοτεινά εξπρεσιονιστικά του αριστουργήματα και τα εντυπωσιακά του φιλμ νουάρ ενώ αγαπήθηκε και από τους κριτικούς του Cahiers du cinema, και μετέπειτα δημιουργούς της Nouvelle Vague. Μας χάρισε συγκλονιστικές πρωτοποριακές -όχι μόνο για την εποχή τους- ταινίες που επηρέασαν την πορεία του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Kορυφαία όλων το Metropolis (1927). Πρόκειται για μία μυθική δημιουργία, ορόσημο του παγκόσμιου κινηματογράφου, τόσο του βωβού όσο και για τις επόμενες γενεές, καθώς αποτελεί μεταξύ άλλων και την κυριότερη επιρροή σε όλες τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας που γυρίστηκαν από τότε. Ταυτόχρονα, η ταινία αποτελεί κι ένα μήνυμα από την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που ακόμα ακούγεται επίκαιρο: δικαιοσύνη, ισότητα, όχι εκμετάλλευση του ενός από τον άλλο, που μέσα από την ταινία του Φριτς Λανγκ, παίρνει ταξική μορφή, ανάμεσα στους αστούς και τους εργάτες.

Το «Metropolis» ήταν η πιο ακριβή βωβή ταινία που έγινε ποτέ και η παραγωγή της κόστισε 5 εκατομμύρια μάρκα. Το φιλμ διαθέτει ειδικά εφέ και σκηνικά που εντυπωσιάζουν ακόμα και σήμερα. Με έντονες εξπρεσιονιστικές εικόνες αλλά και παραστάσεις μοντέρνας αισθητικής, του καλλιτεχνικού στυλ Αρ Ντεκό, που μετέτρεψαν την ταινία σε διαχρονική πηγή έμπνευσης. Το «Metropolis», αποτελεί την πρώτη ταινία που συμπεριελήφθη ως παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, από τον κατάλογο με τα έργα Παγκόσμιας Μνήμης της UNESCO.

Γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου του 1890 στη Βιέννη. Αρχικά σπούδασε πολιτικός μηχανικός αλλά σύντομα ενδιαφέρθηκε για τη ζωγραφική. Στο διάστημα αυτό, μεταξύ 1910 και 1914, ταξίδεψε στην Ευρώπη, στην Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Με το ξέσπασμα του Ά Παγκοσμίου Πολέμου, επιστρέφει στη Βιέννη και κατατάσσεται στον στρατό. Τον Ιούνιο του 1916 τραυματίζεται σοβαρά και καθώς αναρρώνει γράφει μερικά σενάρια για ταινίες. Το 1918 ο Φριτς Λανγκ επιστρέφει στη Βιέννη με νευρικές διαταραχές από τους βομβαρδισμούς και για σύντομο χρονικό διάστημα δουλεύει ως ηθοποιός, προτού δεχθεί τη δουλειά του σεναριογράφου στο Βερολίνο. Γρήγορα στράφηκε στη σκηνοθεσία συνεργαζόμενος με εταιρείες όπως η UFA και η Nero-Film.

Το 1920 γνωρίζει την ηθοποιό και συγγραφέα Τέα φον Χάρμπου (1889 – 1954), η οποία έγραψε μαζί του μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά σενάρια των διάσημων αριστουργημάτων του, όπως: «Dr. Mabuse der Spieler» (1922), «Die Nibelungen» (1924), Οι Ιππότες της Ομίχλης (1924) «Metropolis» (1927), και «Μ» (1931). Η Τέα φον Χάρμπου και ο Φριτς Λανγκ παντρεύονται το 1922 για να χωρίσουν το 1933.

Την ίδια χρονιά απαγορεύεται από το Γ’ Ράιχ η προβολή της ταινίας του «Testament des Dr. Mabuse». Ταυτόχρονα, ο υπουργός προπαγάνδας των ναζί, Josef Goebbels, εντυπωσιασμένος από τη δύναμη του κινηματογράφου του Λανγκ, του πρόσφερε τη θέση του διευθυντή του Γερμανικού Κινηματογραφικού Ινστιτούτου. Όμως, ο Λανγκ αρνήθηκε, εγκατέλειψε χωρίς χρήματα τη χώρα, και έφυγε για το Παρίσι, για να καταλήξει έναν χρόνο αργότερα στην Αμερική ξεκινώντας ξανά από το μηδέν μια νέα πολύ μεγάλη καριέρα.
Το 1936 βρίσκει τον Φριτς Λανγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες να υπογράφει συμβόλαιο με την ΜGΜ και τα επόμενα είκοσι χρόνια θα σκηνοθετήσει αρκετές αμερικανικές ταινίες.  Ανάμεσά τους κλασσικά, αριστουργηματικά φιλμ νουάρ, όπως: «Τα ίχνη ήταν ψεύτικα» (1956), «Ενώ η πόλη κοιμάται» (1956), «Το ανθρώπινο κτήνος» (1954), «Η μεγάλη κάψα» (1953), «Η γαλάζια γαρδένια» (1953). Συναρπαστικά σκοτεινά ερωτικά δράματα: «Το μυστικό του 7ου δωματίου» (1947), «Η σκύλα» (1945), «Η γυναίκα της βιτρίνας» (1944), αλλά και κατασκοπικά αντι-ναζιστικά φιλμ, όπως: «Αγάπη στη σκιά του φόβου» (1944), «Και οι δήμιοι πεθαίνουν» (1943).

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, έχοντας πλέον γυρίσει μία πληθώρα διάσημων ταινιών, ο Φριτς Λανγκ επιστρέφει πίσω στη Γερμανία, όπου και θα σκηνοθετήσει τις τρεις τελευταίες του δημιουργίες στα γερμανικά. Η τελευταία του ταινία, «Ο δολοφόνος με τα 1000 μάτια» (1960) ήταν μια συνέχεια και ένας φόρος τιμής στις 2 ταινίες του, με τον χαρακτήρα Dr. Mabuse, που είχε γυρίσει τις δεκαετίες του ’20 και του ’30.

Το 1964, το Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών επιλέγει τον Φριτς Λανγκ, ως πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του, ενώ έναν χρόνο πριν ο Λανγκ θα υποδυθεί τον εαυτό του στην θρυλική «Περιφρόνηση» (Le mépris – 1963) του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ. Ο γεννημένος στην Αυστρία, Γερμανός σκηνοθέτης έφυγε στις 2 Αυγούστου του 1976 στην Καλιφόρνια των Ηνωμένων Πολιτειών, σε ηλικία 86 ετών, αφήνοντας πίσω του μία τεράστια πλούσια πολιτιστική κληρονομιά.

Πηγή: tvxs.gr

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ: Νέλσον Μαντέλα

Εμβληματική μορφή του αγώνα για την εξάλειψη των ανισοτήτων και των διακρίσεων, φυλακισμένος για 27 χρόνια προτού γίνει ο πρώτος μαύρος πρόεδρος της Νοτίου Αφρικής στις πρώτες εκλογές χωρίς φυλετικούς διαχωρισμούς, ο Νέλσον Μαντέλα έχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία του 20ού αιώνα ως μαχητής εναντίον του τελευταίου ρατσιστικού καθεστώτος στον δυτικό κόσμο.

Ο Μαντέλα γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου του 1918 στο μικρό χωριό Μβέζο, στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, και του δόθηκε το όνομα Ρολιλάχλα Μαντέλα.

Το όνομα Νέλσον το πήρε από έναν δάσκαλό του την πρώτη του μέρα στο σχολείο, αλλά στη χώρα θα γινόταν αργότερα γνωστός και απλά ως Μαντίμπα, το όνομα της φυλής του. Το 1937 στάλθηκε σε κολέγιο μεθοδιστών ιεραποστόλων, όπου για πρώτη φορά στη ζωή του απέκτησε φιλική σχέση με ανθρώπους από διαφορετική φυλή από αυτόν. Τελικά, για να αποφύγει ένα προξενιό, κατέληξε στο Γιοχάνεσμπουργκ, όπου ξεκίνησε σπουδές Νομικής.

Ως φοιτητής αγωνίστηκε για να δοθούν πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στις πάμπολλες ομάδες αυτοχθόνων στην Νότιο Αφρική.Το 1944 μπήκε στην οργάνωση «Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο» (ANC), ιδρύοντας μαζί με άλλους και τη Νεολαία του ΑΝC.

Στην πολιτική θεώρηση του Μαντέλα θα μπλέκονταν ο αντιαποικιακός αγώνας, η μάχη κατά των θεσμοθετημένων διακρίσεων βάσει φυλής, ο μαρξισμός και ακόμη και η αρχή της αντίστασης χωρίς βία του Μαχάτμα Γκάντι.

Το 1952 ήλθε αντιμέτωπος για πρώτη φορά με το δικαστικό σύστημα του Απαρτχάιντ,όταν του επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι για την πολιτική του δραστηριότητα, με βάση τον νόμο για την «αντιμετώπιση του κομμουνισμού.

Αργότερα τον ίδιο χρόνο άνοιξε, μαζί με τον Όλιβερ Τάμπο, το πρώτο δικηγορικό γραφείο της Νοτίου Αφρικής μόνο με μαύρους νομικούς. Εξασκώντας τη δικηγορία, ο Μαντέλα έκανε εκστρατεία για την καταπολέμηση του Απαρτχαϊντ και το 1956 κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία. Μετά την πολύχρονη δίκη εναντίον του ίδιου και των συγκατηγορούμενών του, οι κατηγορίες τελικά κατέπεσαν.

Το καθεστώς του Απάρτχαιντ σκλήραινε όμως όλο και περισσότερο την στάση του και τελικά το 1960 το Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο κηρύχθηκε παράνομο. Μαζί του πέρασε στην παρανομία και ο Μαντέλα, που απομακρύνθηκε από την αρχή της μη βίας. Τελικά, συνελήφθη ξανά, κατηγορήθηκε για σαμποτάζ και απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης και καταδικάστηκε το 1964 σε ισόβια.

Με τον Μαντέλα στη φυλακή και την ηγεσία του εξόριστη, τα μέλη του ANC οι αυτόχθονες της Νοτίου Αφρικής προχωρούσαν σε εξεγέρσεις που κατέληγαν σε αιματηρή καταστολή. Τα στελέχη του ANC που βρίσκονταν στο εξωτερικό επέλεξαν να ξεκινήσουν εκστρατεία στη διεθνή κοινότητα εναντίον του Άπαρτχαϊντ γύρω από ένα πρόσωπο -τον φυλακισμένο Νέλσον Μαντέλα.

Εντός και εκτός Νοτίου Αφρικής, ο Μαντίμπα έγινε το σύμβολο της καταπίεσης και το σύμβολο του αγώνα για ελευθερία και ισότητα.

Οι εξελίξεις, στις οποίες συνέβαλε και η διεθνής κατακραυγή, οδήγησαν στην αποκατάσταση του ANC και την απελευθέρωση του Μαντέλα στις 11 Φεβρουαρίου του 1990. Από την ηγεσία του ANC, ξεκίνησε τις συνομιλίες με την κυβέρνηση για ένα κράτος, στο οποίο όλοι οι πολίτες θα ήταν ίσοι απέναντι στο νόμο ανεξαρτήτως φυλής με την κατάρτιση νέου Συντάγματος.

Τιμήθηκε, μαζί με τον τότε πρόεδρο της χώρας Φρέντερικ ντε Κλερκ, με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης το 1993. Στις εκλογές του επόμενου χρόνου, το ANC κέρδισε με απόλυτη πλειοψηφία και στις 9 Μαΐου ο Μαντέλα εξελέγη από το νέο Κοινοβούλιο ο πρώτος πρόεδρος της Νοτίου Αφρικής.

Μετά το τέλος της θητείας του το 1999, πήρε μέρος ως διαμεσολαβητής σε διάφορες ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στην Αφρική. Τελικά, αποσύρθηκε οριστικά από τα κοινά το 2004 αντιμετωπίζοντας προβλήματα υγείας. Οι δημόσιες εμφανίσεις του έγιναν έκτοτε όλο και λιγότερες.

Ο Νέλσον Μαντέλα έφυγε από τη ζωή στις 5 Δεκεμβρίου του 2013.

Πηγή: sansimera.gr

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *