Στιγμές από το Παρελθόν: 2 Δεκεμβρίου

Το Γεγονός (Το Γκράνμα φτάνει στις ακτές της Κούβας-1956), η Γέννηση (Ιάκωβος Καμπανέλλης-1921), ο Θάνατος (Ρόζα Εσκενάζυ-1980).

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ: Το Γκράνμα φτάνει στις ακτές της Κούβας

Γκράνμα είναι το όνομα του πλοιάριου που χρησιμοποίησαν οι αντάρτες της κουβανικής επανάστασης, για να μεταφερθούν από το Μεξικό (όπου βρίσκονταν εξόριστοι) στην Κούβα και να ξεκινήσουν εκεί τον ανταρτοπόλεμο κατά της δικτατορίας του Φουλχένσιο Μπατίστα. Σήμερα, το Γκράνμα εκτίθεται στο Μουσείο της Επανάστασης της Αβάνας. Επίσης, το όνομα του πλοιαρίου έχει δοθεί στην εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας.

Αν και επίσημα η χωρητικότητα του Γκράνμα δεν ξεπερνούσε τα 20 άτομα, σε αυτή την αποστολή κατάφεραν να χωρέσουν 82, στην πλειοψηφία τους Κουβανοί. Εξαίρεση αποτελούν ο Ιταλός Τζίνο Ντόνε, ο Μεξικανός Γκιγιέν, ο Δομινικανός Ραμόν Μέχιας και ο Αργεντίνος γιατρός της αποστολής, Ερνέστο Γκεβάρα. Επικεφαλής της ομάδας ήταν ο Φιντέλ Κάστρο. Το Γκράνμα κατασκευάστηκε το 1943.Το όνομα του πλοιάριου οφείλεται στον προηγούμενο ιδιοκτήτη του, τον Ρόμπερτ Έρικσον, έναν Αμερικανό πολίτη που είχε θέλησε να τιμήσει τη γιαγιά του (Granma).  Έχει μήκος 13,25 μέτρα και φάρδος 4,97. Η κίνηση του πραγματοποιείται με τη βοήθεια δύο εξακύλινδρων πετρελαιοκίνητων μηχανών «Γκρέι Τζένεραλ» τύπου 6Μ4.

Το Γκράνμα σαλπάρησε τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου του 1956 από το λιμάνι του Τούξπαν του Μεξικού. Το αρχικό σχέδιο έλεγε πως η άφιξη του στην Κούβα θα πραγματοποιούταν σε συντονισμό με κινητοποιήσεις άλλων μελών του κινήματος της 26ης Ιουλίου που βρίσκονταν στο νησί. Οι δυσμενείς όμως καιρικές συνθήκες και το υπερβολικό φορτίο είχαν ως αποτέλεσμα το πλοιάριο να προσαράξει στις ακτές τις Κούβας αρκετά καθυστερημένα και σε διαφορετικό από το προσυμφωνημένο σημείο. Έτσι, το ξημέρωμα της 2ης Δεκεμβρίου, το Γκράνμα προσάραξε στην ακτή Λας Κολοράδας της επαρχίας που στις μέρες μας είναι γνωστή ως επαρχία Γκράνμα. Πρόκειται για μια βαλτώδη περιοχή που δυσκόλεψε πολύ τις προσπάθειες των μελών του πληρώματος.

Δεν επρόκειτο για απόβαση, επρόκειτο για ναυάγιο, θα πει μετά από καιρό ο Τσε Γκεβάρα. Παρόλες τις αρχικές δυσκολίες που συνάντησαν τις μέρες που ακολούθησαν την απόβαση, συμπεριλαμβανομένης και μιας επίθεσης από τα στρατεύματα του καθεστώτος που μείωσε τον αριθμό των ανταρτών στο ένα τρίτο, οι αντάρτες κατάφεραν να ανασυνταχθούν στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα και να αποτελέσουν τον πυρήνα του μετέπειτα ανταρτοπόλεμου.

Πηγή: el.wikipedia.org

Η ΓΕΝΝΗΣΗ: Ιάκωβος Καμπανέλλης

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης (2 Δεκεμβρίου 1921 – 29 Μαρτίου 2011) ήταν Έλληνας θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σεναριογράφος, δημοσιογράφος και ακαδημαϊκός. Ανάμεσα στο πλήθος των εξαιρετικών έργων του ξεχωρίζουν τα εμβληματικά Το Μεγάλο μας Τσίρκο,  Η Αυλή των Θαυμάτων, Παραμύθι χωρίς Όνομα, Γειτονιά των Αγγέλων, Ο εχθρός λαός (Θέατρο) Στέλλα, Ο δράκος, Το κανόνι και τ` αηδόνι, Κορίτσια στον ήλιο (Κινηματογράφος). Συνέγραψε και το βιβλίο Μαουτχάουζεν, όπου εξιστορεί όσα έζησε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης από το 1943 ως το 1945. Η τεράστια απήχηση του βιβλίου, οδήγησε τον Καμπανέλλη στην δημιουργία 4 σχετικών ποιημάτων στα οποία βασίστηκε ο περίφημος ομώνυμος Κύκλος τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη.

Γεννήθηκε στη Νάξο και ήταν το πέμπτο από τα εννέα παιδιά του Στέφανου Καμπανέλλη, εμπειρικού φαρμακοποιού, και της Αικατερίνης Λάσκαρη. Μετά τις δύο πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, όπου έχει συμμαθητή τον Μανόλη Γλέζο, έντονα βιοποριστικά προβλήματα αναγκάζουν την οικογένεια να μεταφερθεί στην Αθήνα. Εγκαθίστανται στο Μεταξουργείο. Tην ημέρα εργάζεται και το βράδυ σπουδάζει σχεδιαστής τεχνικού σχεδίου στη νυχτερινή Σιβιτανίδειο Σχολή. Την ίδια εποχή, στην περιοχή που έμενε, στο Μεταξουργείο, γνωρίζεται με συνομηλίκους του που έχουν κοινές λογοτεχνικές ανησυχίες όπως οι: Τάσος Λειβαδίτης, Κώστας και Αλέξανδρος Κοτζιάς, Δημήτρης Χριστοδούλου και Ρένος Αποστολίδης. Παράλληλα, εμπλουτίζει τις γνώσεις του με αναγνώσεις βιβλίων, κυρίως λογοτεχνίας και ιστορίας, που του αποκαλύπτουν την ανθρώπινη περιπέτεια αλλά και τα μυστικά της γραφής.

Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σχεδιάζει μαζί μ’ ένα φίλο του να καταφύγουν στη Μέση Ανατολή. Επειδή το χρηματικό ποσό που χρειάζονταν ήταν υπέρογκο, αποφασίζουν να περάσουν στην Ελβετία μέσω Αυστρίας. Στην διαδρομή από Βιέννη προς Ελβετία σε έναν έλεγχο συλλαμβάνονται στο Ίνσμπρουκ. Ο Καμπανέλλης μεταφέρεται στην Βιέννη για ανάκριση και καταλήγει στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως και εξοντώσεως Μαουτχάουζεν.
Εκεί θα παραμείνει ως τις 5 Μαΐου 1945, όταν το στρατόπεδο απελευθερώθηκε από τον αμερικανικό στρατό. Οι συγκρατούμενοι του, χίλιοι εκατό Έλληνες και Ελληνοεβραίοι, τον εκλέγουν αντιπρόσωπο τους στη Διεθνή επιτροπή που φροντίζει για την ανάρρωση και την επιστροφή τους στην πατρίδα.

Στην Αθήνα, που έχει απελευθερωθεί από τον γερμανικό ζυγό αλλά μαστίζεται από τις έντονες πολιτικές συγκρούσεις του Εμφυλίου, μια παράσταση που βλέπει τυχαία στο Θέατρο Τέχνης, τον μαγεύει και τον οδηγεί να στραφεί στο θέατρο. Στερούμενος όμως των τυπικών προσόντων (απολυτήριο γυμνασίου), δεν μπορεί να φοιτήσει ως ηθοποιός στις δραματικές σχολές και αφιερώνεται στη συγγραφή θεατρικών έργων.

Πρώτο του έργο το: Άνθρωποι και ημέρες (1945), που παραμένει ανέκδοτο. Με το Χορός πάνω στα στάχυα (1950), που ανεβαίνει από τον θίασο του Αδάμ. Λεμού, εγκαινιάζει τη μακριά πορεία του στη νεοελληνική σκηνή. Ακολουθούν: Ο κρυφός ήλιος, Ο μπαμπάς ο πόλεμος, Οδυσσέα γύρισε σπίτι, και τα μονόπρακτα: Η οδός, Ο γορίλας και η ορτανσία κ. ά., που θα παιχτούν πολύ αργότερα.
Η γνωριμία του με την τότε νεοεμφανιζόμενη ηθοποιό, Μελίνα Μερκούρη, του εμπνέει το θεατρικό Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια. Η πετυχημένη μεταφορά του στον κινηματογράφο από τον Μιχ. Κακογιάννη, ματαιώνει την προγραμματισμένη παράσταση. Η προβολή της ταινίας Στέλλα σε ξένα φεστιβάλ κινηματογράφου επιβάλλει αμέσως τους συντελεστές της διεθνώς. Ακολουθεί η συνεργασία του με τον Ν. Κούνδουρο στο σενάριο Ο Δράκος (1955), που θεωρείται ταινία – σταθμός στην ιστορία του νεοελληνικού κινηματογράφου και της παγκόσμιας ταινιοθήκης.
Η αναγνώριση ως θεατρικού συγγραφέα έρχεται με το έργο Έβδομη μέρα της Δημιουργίας (1956), που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Κ. Μιχαηλίδη στο Εθνικό Θέατρο και αγκαλιάζεται από κοινό και κριτικούς.
Το μονόπρακτο Αυτός και το πανταλόνι του (1957), παίχτηκε με τρία άλλα, ξένων συγγραφέων σ’ ένα ρεσιτάλ υποκριτικής του Β. Διαμαντόπουλου.
Η αυλή των θαυμάτων (1957), που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Κ. Κουν στο Θέατρο Τέχνης, με σκηνικά Γ. Τσαρούχη και μουσική Μ. Χατζιδάκι, μετά τη θερμή υποδοχή του από το κοινό, θεωρείται καλλιτεχνικό γεγονός και καθιερώνει τον Καμπανέλλη ως αναμορφωτή της νεοελληνικής δραματουργίας. Η απήχηση της παράστασης οδηγεί στην ανανέωση της συνεργασίας του με τον Κουν και την επόμενη σεζόν.
Το έργο Η ηλικία της νύχτας (1959) ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Κ. Κουν στο Θέατρο Τέχνης, χωρίς όμως την αναμενόμενη ανταπόκριση από το κοινό.

Με την παράσταση Παραμύθι χωρίς όνομα (1959), βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Π. Δέλτα, που ο Καμπανέλλης γνώριζε από παιδί, πειραματίζεται σε νέους τρόπους έκφρασης. Η σκηνική αυτή αλληγορία, που ανεβαίνει από το θίασο του Β. Διαμαντόπουλου και της Μαρ. Αλκαίου, παρά τους εξαιρετικούς συντελεστές της και τη συμβολή του Μ. Χατζιδάκι στη μουσική, δε γίνεται δεκτή και σύντομα κατεβαίνει.Ωστόσο, τα έργα Η αυλή των θαυμάτων και Παραμύθι χωρίς όνομα, θα αναδειχθούν στη συνέχεια ως τα δύο πιο αγαπητά και πολυπαιγμένα θεατρικά του.

Η αντιμετώπιση αυτών των έργων και το έντονο ασταθές πολιτικό κλίμα της ταραγμένης δεκαετίας του ’60 με τις διώξεις των προοδευτικών πολιτών και δημιουργών, προβληματίζει τον Καμπανέλλη που βρίσκεται σε μια κρίσιμη περίοδο καμπής και αναθεωρήσεων των εκφραστικών του μέσων. Αποφασίζει να επισκεφθεί το Λονδίνο, όπου θα μείνει εκεί (1960 – 1963) για να ενημερωθεί για τις νέες καλλιτεχνικές και θεατρικές τάσεις. Καρπός αυτής της εμπειρίας είναι το έργο Η γειτονιά των αγγέλων (1963), που ανεβαίνει μόλις έρχεται στην Ελλάδα από το θίασο Τζ. Καρέζη, με μουσική Μ. Θεοδωράκη, παρουσιάζοντας ένα νέο σκηνικό λόγο εν είδει λαϊκής όπερας.

Η εμπειρία του στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως που τον απασχολούσε πολλά χρόνια πριν, αποτυπώνεται στο χρονικό του, Μαουτχάουζεν. Μια μαρτυρία που κυκλοφορεί αρχικά από τις εκδόσεις Θεμέλιο (1961) και εν συνεχεία από τις εκδόσεις Κέδρος, γίνεται αμέσως εκδοτική επιτυχία και με τις συνεχείς επανεκδόσεις μέχρι σήμερα, αναδεικνύεται ως επίτευγμα της αντιπολεμικής λογοτεχνίας. Η απήχηση του βιβλίου παρακινεί τον Καμπανέλλη να γράψει τους στίχους των 4 τραγουδιών του ομώνυμου κύκλου, που μελοποιεί ο Μίκης Θεοδωράκης και παρουσιάζονται με μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό έως σήμερα.
Η επιβολή της δικτατορίας στις 21 Απριλίου 1967, αναστέλλει την καλλιτεχνική δραστηριότητα της χώρας, και, όπως όλοι οι συγγραφείς, αποφασίζει και ο Καμπανέλλης να σιωπήσει. Διακόπτει τη σιωπή του με το έργο Αποικία των τιμωρημένων (1972), μια διασκευή για θέατρο του διηγήματος του Κάφκα, που ανεβαίνει στην Πειραματική Σκηνή της Πόλης της Μαρ. Ριάλδη, και το έργο Το μεγάλο μας τσίρκο (1973), που ανεβάζει ο θίασος Καρέζη – Καζάκος, με μουσική Στ. Ξαρχάκου και εξελίσσεται σε αντιδικτατορική εκδήλωση. Το κουκί και το ρεβύθι (1974) και Ο εχθρός λαός (1975), που ανέβηκαν από τον ίδιο θίασο και ανήγαγαν τον Καμπανέλλη σε σύμβολο αντίστασης κάθε μορφής φασισμού.

Με το έργο Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα (1976), που διαρθρώνεται σε τέσσερα μονόπρακτα: Ο πιστός άνθρωπος, Ο πανηγυρικός, Ο άνθρωπος και το κάδρο και Η γυναίκα και το Λάθος, και ανέβηκαν σε σκηνοθεσία Κ. Κουν, ο Καμπανέλλης τελειοποιεί τη γραφή και το ύφος που είχε εγκαινιάσει με το μονόπρακτο Αυτός και το πανταλόνι του.
Το 1978 ξεκινά η έκδοση των Απάντων του με τον τίτλο «Θέατρο», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος. Στη σειρά αυτή έχουν εκδοθεί οι 9 πρώτοι τόμοι (Α – Θ), όπου το θεατρικό κείμενο συνοδεύουν φωτογραφικό υλικό και μικρό ανθολόγιο κριτικών των πρώτων παραστάσεων τους. Ο Κ. Κουν ανεβάζει Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού (1978) που παίζεται με επιτυχία στο Θέατρο Τέχνης. Το δρόμο προς τη σκηνή παίρνει και το έργο του Ο μπαμπάς ο πόλεμος, έργο του 1952, που παίζεται σε σκηνοθεσία Γ. Λαζάνη στο Θέατρο Τέχνης το 1980.

Το 1981 του ανατίθεται η Διεύθυνση Ραδιοφωνίας της ΕΡΤ, όπου θα παραμείνει μέχρι το 1987, γεγονός που θα αναστείλει τις δραστηριότητες του στο θέατρο. Το 1987 μετατίθεται στην αντιπροεδρία της ΕΡΤ, θέση από την οποία αποχωρεί τον επόμενο χρόνο. Μετά από 8 χρόνια απουσίας ο Καμπανέλλης επιχειρεί δυναμική επιστροφή στη σκηνή με το έργο Ο Αόρατος θίασος (1989), που παίζεται σε σκηνοθεσία Γ. Μιχαηλίδη στο Εθνικό Θέατρο.
Ο προβληματισμός του για τις σύγχρονες σχέσεις στη φθίνουσα μικροαστική κοινωνία της εποχής και οι προκλήσεις τυχοδιωκτισμού και διαφθοράς, εκφράζονται στο έργο Ο δρόμος περνά από μέσα (1991), που ανεβαίνει στο Πειραματικό Θέατρο της Πόλης της Μαρ. Ριάλδη σε δική του σκηνοθεσία. Η σύγκρουση του ατόμου με την πραγματικότητα εντοπίζονται στα μονόπρακτα Ο Επικήδειος (1997) και Ο Πανηγυρικός (1972), που αν και γραμμένα παλαιότερα, τώρα αρχίζουν να ερμηνεύονται στη σκηνή. Με την τριλογία Ο Δείπνος (Γράμμα στον Ορέστη, Ο Δείπνος, Πάροδος Θηβών) (1993), που ανεβαίνει σε δική του σκηνοθεσία στο Εθνικό Θέατρο, συνομιλεί με Έλληνες και ξένους συγγραφείς του παγκόσμιου θεάτρου που έγραψαν έργα βασισμένα σε θέματα και μορφές της αρχαίας τραγωδίας. Διανοίγει από δω έναν νέο κύκλο έργων του, πειραματικού χαρακτήρα, που αποκαλεί «Σπουδές και Απόπειρες».
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το έργο Στη Χώρα Ιψεν, όπου ο Καμπανέλλης δίνει μια νέα ερμηνεία του έργου του Ίψεν Βρυκόλακες και έχει θερμή υποδοχή στο Διεθνές Φεστιβάλ Ίψεν στο Όσλο.
Τα επόμενα έργα: Η τελευταία πράξη, Μια συνάντηση κάπου αλλού, Μια Κωμωδία, Οι δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά, διευρύνουν και συμπληρώνουν τη θεατρική του προσφορά. Το τελευταίο είναι μια ενδελεχής μελέτη ηρώων, συνομηλίκων του συγγραφέα, με ανησυχίες και αγωνίες για τη φθορά του σώματος, συνδεδεμένες με υπαρξιακά ερωτήματα.
Ο Καμπανέλλης, εκτός από θεατρικός συγγραφέας, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, υπήρξε και στιχουργός. Έγραψε τραγούδια, που η μελοποίηση τους με τη μουσική των Μ. Χατζιδάκι, Μ. Θεοδωράκη, Στ. Ξαρχάκου, συνέβαλαν στην εξέλιξη του νεοελληνικού τραγουδιού, έγιναν επιτυχίες και τραγουδιούνται μέχρι σήμερα.
Εξίσου γόνιμη ήταν και η συμβολή του στον νεοελληνικό κινηματογράφο ως σεναριογράφου (Ν. Κούνδουρου Ο Δράκος (1956), Γρ. Γρηγορίου Η αρπαγή της Περσεφόνης (1956), Το Αμαξάκι (1957) και Τα Κορίτσια στον Ήλιο (1968)) αλλά ενίοτε και ως σκηνοθέτη σε δικές του ταινίες όπως Η Χιονάτη και τα εφτά γεροντοπαλίκαρα (1960) και Το κανόνι και τ’ αηδόνι (1968).
Μεγάλο μέρος της δραστηριότητας του αφιέρωσε επίσης στο Ραδιόφωνο με πλήθος εκπομπών ως συγγραφέας και παραγωγός με πρωτότυπα θέματα ή διασκευές λογοτεχνικών – θεατρικών έργων.
Το 1999 συνέβαλε στην κίνηση αποκέντρωσης της καλλιτεχνικής αγωγής, υποστηρίζοντας την ιδέα για την ίδρυση της πρώτης Δημοτικής Ανώτερης Σχολής Δραματικής Τέχνης  στον Δήμο Αγίας Βαρβάρας.

Ο Καμπανέλλης συνετέλεσε ώστε το νεοελληνικό θέατρο να βγει από την απομόνωση που βρισκόταν και το οδήγησε από την ηθογραφία και την επιθεώρηση, στον κοινωνικό ρεαλισμό, στον ποιητικό συμβολισμό, στη σάτιρα και στην αφαίρεση. Θεωρείται ο πατριάρχης του νεοελληνικού θεάτρου και ο κύριος εκφραστής των καταστάσεων που βίωσε η ελληνική κοινωνία το τελευταίο ήμισυ του 20ου αιώνα. Μετά το θάνατο του δημιουργήθηκε το Αρχείο Καμπανέλλη, το site www.kambenellis.gr και το Θεατρικό Μουσείο Ιάκωβος Καμπανέλλης στη Νάξο.
Τα θεατρικά του έργα, που υπερβαίνουν τα 40, διδάχτηκαν και διδάσκονται από όλους σχεδόν τους νεοέλληνες σκηνοθέτες. Τα κείμενα του έχουν μεταφραστεί και παιχτεί στις ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Αυστρία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σουηδία, Ρουμανία. Βουλγαρία, Νορβηγία, Λιθουανία, Τουρκία, Ισραήλ, Αυστραλία και Κίνα.
Τα Άπαντα του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος, ενώ τα έργα του διδάσκονται στην Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Δήμου Αγίας Βαρβάρας.

Πηγή: http://www.kambanellis.gr/

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ: Ρόζα Εσκενάζυ

Η Ρόζα Εσκενάζυ, κορυφαία ερμηνεύτρια του ρεμπέτικου αλλά κυρίως του σμυρναίικου τραγουδιού, δεν είχε σχέση με τη Σμύρνη. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1895-1897. Σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της καριέρας της έκρυβε την πραγματική ημερομηνία της γέννησής της και ισχυριζόταν ότι γεννήθηκε το 1910. Ήταν παιδί μιας φτωχής σεφαραδίτικης (ισπανοεβραϊκής) οικογένειας της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας της, Αβραάμ Σκιναζί, ήταν παλιατζής. Το πραγματικό όνομά της ήταν Σάρα Σκιναζί.

Λίγο μετά τις αρχές του αιώνα, η οικογένεια Σκιναζί μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, η οποία τότε βρισκόταν ακόμη υπό Οθωμανική κυριαρχία. Την εποχή εκείνη η πόλη γνώρισε ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της να αυξηθεί κατά 70% την περίοδο από το 1870 έως το 1917. Ο Αβραάμ Σκιναζί βρήκε δουλειά σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας βάμβακος, ενώ συγχρόνως έκανε διάφορες περιστασιακές δουλειές για να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του. Την εποχή αυτή, εμπιστεύτηκε τη νεαρή Σάρα σε μια κοπέλα της γειτονιάς, που δίδασκε γραφή και ανάγνωση σε διάφορα κορίτσια. Τα μαθήματα αυτά αποτέλεσαν τη μόνη τυπική εκπαίδευση της Ρόζας.

Για μια περίοδο η Σάρα, ο αδελφός της και η μητέρα τους έζησαν στη Κομοτηνή, μια πόλη που την εποχή αυτή είχε σημαντικό τουρκικό πληθυσμό. Η μητέρα της Ρόζας βρήκε εκεί δουλειά ως υπηρέτρια σε μια εύπορη οικογένεια και η Ρόζα τη βοηθούσε με το νοικοκυριό. Μια μέρα οι Τούρκοι ιδιοκτήτες μιας τοπικής ταβέρνας άκουσαν τη Ρόζα να τραγουδά. Ενθουσιάστηκαν από τη φωνή της και αμέσως πήγαν στο σπίτι της για να της ζητήσουν να εμφανιστεί στο κέντρο τους. Η μητέρα της Σάρας εξοργίστηκε με την προοπτική η Σάρα – ή οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειάς της – να γίνει καλλιτέχνις. Πολλά χρόνια μετά από το επεισόδιο αυτό, η Ρόζα παραδέχθηκε ότι η περίοδος που είχε ζήσει στην Κομοτηνή αποτέλεσε ένα καθοριστικό σημείο στη ζωή της. Εκεί ήταν, είπε, που αποφάσισε να γίνει τραγουδίστρια και χορεύτρια.

Η Σάρα δεν επρόκειτο να πραγματοποιήσει το όνειρό της παρά μόνο μετά την επιστροφή της στη Θεσσαλονίκη. Την εποχή αυτή η οικογένειά της έμενε σ΄ ένα νοικιασμένο διαμέρισμα κοντά στο θέατρο Grand Hotel και πολλές από τις γειτόνισσές τους εμφανίζονταν στο θέατρο αυτό. Η Σάρα βοηθούσε καθημερινά δύο από τις χορεύτριες αυτές να κουβαλούν τα ρούχα της δουλειάς τους στο θέατρο, ελπίζοντας ότι μια μέρα θα εμφανιζόταν μαζί τους στη σκηνή. Εκεί ήταν που ξεκίνησε τελικά την καριέρα της ως χορεύτρια. Όσο βρισκόταν ακόμη στην εφηβεία της, η Σάρα Σκιναζί ερωτεύτηκε τον Γιάννη Ζαρντινίδη, έναν πλούσιο άνδρα που προερχόταν από μια από τις πιο εύπορες οικογένειες της Καππαδοκίας. Η οικογένεια όμως του Ζαρντινίδη δεν ενέκρινε τη σχέση αυτή, θεωρώντας τη Σάρα αμφιβόλου ηθικής. Ωστόσο, οι δύο νέοι κλέφτηκαν γύρω στο 1913 και η Σάρα άλλαξε το όνομά της σε Ρόζα, το όνομα με το οποίο έγινε γνωστή στη διάρκεια της καριέρας της.

Ο Ζαρντινίδης πέθανε από άγνωστη αιτία γύρω στο 1917, αφήνοντας τη Ρόζα με ένα μικρό παιδί, τον Παράσχο. Συνειδητοποιώντας η Ρόζα ότι δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει την καριέρα της και να μεγαλώνει ταυτόχρονα ένα παιδί, το παρέδωσε στο οικοτροφείο του Αγίου Ταξιάρχη στην Ξάνθη. Η οικογένεια του πατέρα συμφώνησε να τον στηρίξει και ο Παράσχος Ζαρντινίδης έγινε αργότερα ανώτερος αξιωματικός στην Ελληνική Αεροπορία. Επανασυνδέθηκε με τη μητέρα του αρκετά χρόνια αργότερα, αφότου τη βρήκε στην Αθήνα το 1935.

Η Ρόζα είχε μετακομίσει στην Αθήνα μετά τον θάνατο του Ζαρντινίδη για να ακολουθήσει τη καριέρα της στον χώρο της μουσικής. Σύντομα συνδέθηκε με δύο αρμένισες καλλιτέχνιδες του καμπαρέ, τη Σεραμούς και τη Ζαμπέλα, που ξεχώρισαν τη Ρόζα επειδή μιλούσε τουρκικά και είχε ταλέντο στο τραγούδι. Έτσι, παρόλο που η Ρόζα συνέχισε να εμφανίζεται ως χορεύτρια, άρχισε επίσης να τραγουδά για τους θαμώνες του κέντρου στα ελληνικά, τα τουρκικά και τα αρμένικα. Εκεί ήταν που την ανακάλυψε για πρώτη φορά ο Παναγιώτης Τούντας στα τέλη του 1920. Ο Τούντας κατάλαβε αμέσως το ταλέντο της και τη σύστησε στον Βασίλη Τουμπακάρη της εταιρείας Columbia Records.

Οι δύο πρώτες ηχογραφήσεις της Ρόζας για τη Columbia, το «Μαντίλι Καλαματιανό» και το «Κόφτηνε Ελένη την Ελιά» (περίπου το 1928) σηματοδότησαν την απαρχή μιας μεγάλης πορείας στη δισκογραφία, η οποία θα συνεχιζόταν σχεδόν χωρίς διακοπή μέχρι τη δεκαετία του 1960. Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η Ρόζα είχε ηχογραφήσει σχεδόν 300 τραγούδια στην εταιρεία, ενώ είχε γίνει πια μια από τις δημοφιλέστερες σταρ της λαϊκής μουσικής. Ορισμένα από τα τραγούδια αυτά ήταν παραδοσιακά, ιδιαίτερα από την Ελλάδα και τη Σμύρνη. Ωστόσο, η σημαντικότερη συνεισφορά της στη τοπική μουσική σκηνή αφορούσε τις ηχογραφήσεις ρεμπέτικων τραγουδιών και, πιο συγκεκριμένα, της Σμυρνέικης σχολής του ρεμπέτικου τραγουδιού. Κατείχε ξεχωριστή θέση στη δημοτικότητα της μουσικής αυτής μέσα στη λαϊκή κουλτούρα της χώρας κι ακόμη και σήμερα η ιδιαίτερη φωνή της ταυτίζεται με το μουσικό αυτό είδος.

Λίγο αφότου ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις, η Ρόζα άρχισε επίσης να εμφανίζεται στο κέντρο «Ταΰγετος» στην Αθήνα ιδιοκτησίας της οικογένειας Σερελέα. Μαζί της εμφανίζονταν ο συνθέτης Παναγιώτης Τούντας, ο βιολιστής Δημήτρης Σέμσης (ή Σαλονικιός), ο Αγάπιος Τομπούλης στο ούτι, ο Λάμπρος Σαββαϊδης στο κανονάκι και ο Λάμπρος Λεονταρίδης στην πολίτικη λύρα (ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες της). Η Εσκενάζυ όμως ήταν η μεγάλη σταρ των εμφανίσεων αυτών και έβγαζε το άνευ προηγουμένου ποσό των 200 δραχμών κάθε βράδυ. Πολλά χρόνια αργότερα, εμπιστεύτηκε στον βιογράφο της, τον Κώστα Χατζηδουλή, ότι θα έπρεπε να είχε γίνει πλουσιότερη μόνο και μόνο από τις εμφανίσεις της, αλλά είχε αδυναμία στα ακριβά κοσμήματα και ξόδευε μεγάλο μέρος από το εισόδημά της σ’ αυτά.

Καθώς εξελισσόταν η καριέρα της, η Ρόζα υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με την Columbia Records, περίπου το 1931 ή 1932. Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, έπρεπε να γραμμοφωνεί 40 τραγούδια τον χρόνο και να λαμβάνει 5% για καθένα δίσκο που πουλιόταν. Την εποχή εκείνη, ήταν η μοναδική τραγουδίστρια που είχε συνάψει συμφωνία για ποσοστά με μια δισκογραφική εταιρεία.

Η καριέρα της δεν άργησε να απλωθεί πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας, στην ελληνική διασπορά. Μαζί με τον Τομπούλη ταξίδεψε στην Αίγυπτο, την Αλβανία και τη Σερβία, μέρη στα οποία την υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη θέρμη όχι μόνο οι τοπικές ελληνικές κοινότητες, αλλά και οι τουρκικές.

Τα τραγούδια της περιείχαν και κάποια αιχμηρότητα και μάλιστα ένα από αυτά, το «Πρέζα όταν Πιείς (Είμαι Πρεζάκιας)» λογοκρίθηκε από τον ίδιο τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά. Ως αποτέλεσμα της απόφασης αυτής, πολλοί άλλοι καλλιτέχνες του ρεμπέτικου περιθωριοποιήθηκαν, ενώ το καινούριο ρεύμα μέσα στο πλαίσιο του ρεμπέτικου, το οποίο εκπροσωπούσε ο Βασίλης Τσιτσάνης, θα κέρδιζε έδαφος μετά τον Πόλεμο.

Παρά το καταπιεστικό καθεστώς της Κατοχής, η Ρόζα συνέχισε να εμφανίζεται και το 1942 μάλιστα άνοιξε το δικό της μουσικό κέντρο, το «Κρυστάλ», μαζί με τον γιο της τον Παράσχο, με τον οποίο είχαν επανασυνδεθεί στο μεταξύ. Μολονότι ήταν Εβραία, κατάφερε να βγάλει ένα πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως. Ωστόσο εκείνο που διασφάλισε την προστασία της ήταν η σχέση της με έναν Γερμανό αξιωματικό.

Η Ρόζα όμως δεν ήταν συνεργάτιδα των Γερμανών. Αντιθέτως, χρησιμοποίησε την προνομιούχο θέση της για να στηρίξει την ελληνική Αντίσταση, κρύβοντας αντιστασιακούς μαχητές, ακόμη και Άγγλους απεσταλμένους αντιστασιακούς, μέσα στο σπίτι της. Κατάφερε επίσης να γλυτώσει αρκετούς Εβραίους στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα σ’ εκείνους που έσωσε η Ρόζα από τη μεταφορά τους στο Άουσβιτς ήταν και η δική της οικογένεια. Το 1943 όμως η κάλυψή της κατέρρευσε και τη συνέλαβαν. Παρέμεινε τρεις μήνες στη φυλακή και στη συνέχεια την άφησαν ελεύθερη, μετά από τις συντονισμένες προσπάθειες του Γερμανού εραστή της αλλά και του γιου της. Κρυβόταν για το υπόλοιπο διάστημα έως το τέλος του πολέμου, φοβούμενη ότι θα μπορούσε να συλληφθεί ξανά από τους Γερμανούς.

Τα δημοφιλέστερα τραγούδια της: Δημητρούλα, Τα κεριά τα σπαρματσέτα, Ναυτάκι, Χαρικλάκι, Κάτω στα λεμονάδικα, Μπαμπέσα, Καναρίνι μου γλυκό, Αμανές, Μπαμ και μπουμ, Μη βιάζεσαι μικρή μου θα σ’ αρραβωνιαστώ, Γύφτισσα, Λιλή η σκανταλιάρα, Σέρβικος πολίτικος, Έλα φως μου, Μού ‘χεις πάρει το μυαλό, Αερόπλανο θα πάρω, Πατρινιά, Μαρικάκι μου, κ.ά.

Η Ρόζα Εσκενάζυ υπήρξε η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που τραγούδησε σε πάλκο. Άψογη ερμηνεύτρια, με ύφος, τεχνική και πάθος, αποτέλεσε σημείο αναφοράς και πρότυπο όλων των μετέπειτα τραγουδιστριών.

Μετά τον πόλεμο, έκανε περιοδείες στις Η.Π.Α. και την Τουρκία. Παρέμεινε «μάχιμη» ως τα γεράματά της, διατηρώντας τις ωραίες ανατολίτικες φορεσιές της (σαλβάρια) που είχε από τα νεανικά της χρόνια. Μετά το 1977 έπασχε από άνοια και παρουσίαζε κρίσεις αμνησίας. Πέθανε στο σπίτι της, στην Κηπούπολη Περιστερίου, στις 2 Δεκεμβρίου του 1980.

Πηγή: el.wikipedia.org

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *