Στιγμές από το Παρελθόν: 1η Δεκεμβρίου

Το Γεγονός (Η Ρόζα Παρκς «τελειώνει» τα Λεωφορεία του Ρατσισμού-1955), η Γέννηση (Γούντι Άλλεν-1935) , ο Θάνατος (Νταβίντ Μπεν Γκουριόν-1973)

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ: Η Ρόζα Παρκς «τελειώνει» τα λεωφορεία του Ρατσισμού.

Η Ρόζα Παρκς γυρνούσε σπίτι της έπειτα από μια κουραστική μέρα στη δουλειά της ως μοδίστρα. Ήταν 1η Δεκεμβρίου του 1955. Όταν άνοιξε η πόρτα του λεωφορείου, αναγνώρισε τον οδηγό, Τζέιμς Μπλέικ. Δώδεκα χρόνια πριν, την είχε αναγκάσει να κατέβει απ’ το ίδιο λεωφορείο και να περιμένει στη βροχή, επειδή είχε τολμήσει να μπει από την μπροστινή πόρτα, που ήταν μόνο για λευκούς.

Η Παρκς προχώρησε προς την πίσω μεριά του λεωφορείου που ήταν οι θέσεις για τους μαύρους και έκατσε στο πρώτο ελεύθερο κάθισμα. Τρεις στάσεις μετά, ανέβηκαν μερικοί λευκοί. Όταν ο οδηγός είδε ότι ένας απ’ τους λευκούς είχε μείνει χωρίς θέση, απαίτησε απ’ τους μαύρους, που βρίσκονταν εκεί, να σηκωθούν. Υπάκουσαν όλοι εκτός απ’ την Παρκς.

Ο οδηγός την απείλησε ότι θα φέρει την αστυνομία. Εκείνη δεν σηκώθηκε. Τότε ο Μπλέικ, ο οδηγός, κάλεσε τις αρχές και η Παρκς κατέβηκε απ’ το λεωφορείο βίαια, με τη συνοδεία δύο αστυνομικών. Η Παρκς οδηγήθηκε στο κρατητήριο για παραβίαση των νόμων περί φυλετικού διαχωρισμού, αλλά αφέθηκε ελεύθερη την επόμενη μέρα, αφού ο φίλος της, Έντγκαρ Νίξον, πλήρωσε την εγγύηση.

Τέσσερις μέρες μετά, στις 5 Δεκεμβρίου, έγινε η δίκη της Παρκς, όπου κρίθηκε ένοχη και της επιβλήθηκε πρόστιμο 14 δολαρίων. Τότε η Παρκς έκανε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α.
Την ίδια μέρα, όλοι οι Αφροαμερικάνοι του Μοντγκόμερι, αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν τα λεωφορεία. Αν και έβρεχε, κανένας μαύρος δεν ανέβηκε σε λεωφορείο. Μερικοί χρειάστηκαν να περπατήσουν μέχρι και 32 χιλιόμετρα, αλλά σύσσωμη η Αφροαμερικάνικη κοινότητα αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο μέσο μεταφοράς.

Εκείνο το απόγευμα, ο Κινγκ έβγαλε ένα απ’ τους πρώτους λόγους του, που θα τον έκαναν μία απ’ τις πιο ηρωικές φιγούρες της ιστορίας. Είπε: «Έρχεται κάποια στιγμή, που οι άνθρωποι κουράζονται. Είμαστε εδώ αυτό το απόγευμα για να πούμε σε όλους αυτούς, που μας κακομεταχειρίζονται τόσο καιρό, ότι έχουμε κουραστεί. Έχουμε κουραστεί τον διαχωρισμό, την ταπείνωση, τον ξυλοδαρμό της καταπίεσης». Στο τέλος της ομιλίας του ζήτησε να μην υπάρξει ούτε ίχνος βίας εναντίον των λευκών.

Ο καιρός περνούσε, αλλά το μποϊκοτάζ δεν σταμάτησε. Για την ακρίβεια κράτησε 381 μέρες. Το σύστημα μεταφορών γονάτισε οικονομικά.
Τα έσοδα των λεωφορείων είχαν μειωθεί τόσο, που αναγκάστηκαν να κοπούν πολλά δρομολόγια και να αυξηθεί η τιμή του εισιτηρίου, από δέκα στα δεκαπέντε σεντς. Οι μαύροι δέχονταν συνεχώς επιθέσεις. Απειλητικά τηλεφωνήματα, βανδαλισμοί στα σπίτια τους, πρόστιμα για ανύπαρκτες παραβιάσεις. Διατήρησαν όμως την ψυχραιμία τους και δεν ανταπέδωσαν. Στις 30 Ιανουαρίου του 1956 εξερράγη βόμβα στο σπίτι του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Μέσα ήταν η γυναίκα και η κόρη του, οι οποίες δεν έπαθαν τίποτα. Ένα τεράστιο, εξαγριωμένο πλήθος, συγκεντρώθηκε έξω απ’ το σπίτι του Κινγκ, ο οποίος τους ζητούσε να κάνουν υπομονή και να μην προκαλέσουν βίαια επεισόδια.
Στις 13 Νοεμβρίου του 1956, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι νόμοι φυλετικού διαχωρισμού στο Μοντγκόμερι ήταν αντισυνταγματικοί. Την επόμενη μέρα, η Ρόζα Παρκς μαζί με τον Έντγκαρ Νίξον και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ επιβιβάστηκαν σε ένα λεωφορείο. Η Παρκς προχώρησε αγέρωχη και έκατσε στην πρώτη θέση. Σχεδόν δίπλα στον οδηγό. Κανείς δεν την κατέβασε.
Στην αυτοβιογραφία της έγραψε: «Όλοι λένε ότι δεν άφησα τη θέση μου, επειδή ήμουν κουρασμένη, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν ήμουν κουρασμένη σωματικά (…) είχα κουραστεί να υποχωρώ». Το 1996 τιμήθηκε με το προεδρικό μετάλλιο της ελευθερίας για τον αγώνα της κατά του ρατσισμού και όταν πέθανε, η σορός της εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα.
Πηγή: mixanitouxronou.gr
Η ΓΕΝΝΗΣΗ: Γούντι Άλλεν
O Άλεν Στούαρτ Κόνιγκσμπεργκ (Allen Stewart Konigsberg, 1 Δεκεμβρίου 1935), περισσότερο γνωστός ως Γούντι Άλεν (Woody Allen), είναι Αμερικανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος, κωμικός, συγγραφέας και μουσικός του οποίου ο μεγάλος όγκος των έργων και το εκφραστικό ύφος του τον κατέστησαν έναν από τους πιο δημοφιλείς και δημιουργικούς παραγωγούς ταινιών της σύγχρονης εποχής, με τεράστιο κοινό που τον παρακολουθεί φανατικά.
Γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Γράφει και σκηνοθετεί τις ταινίες του ενώ έχει ενσαρκώσει διάφορους ρόλους σε πολλές από αυτές. Ο Άλεν αποδίδει μεγάλο μέρος της έμπνευσής του στη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο και κυρίως στην πόλη της Νέας Υόρκης, όπου γεννήθηκε και έχει περάσει όλη του τη ζωή.
Στην πραγματικότητα, η κινηματογραφική του περσόνα αποτελεί την ενσάρκωση ενός Εβραίου διανοούμενου της Νέας Υόρκης: νευρωτικός και εγωκεντρικός, κοσμοπολίτης και ταυτόχρονα ανασφαλής, με αυτοσαρκαστική αίσθηση του χιούμορ (ιδιαίτερα δημοφιλή μια σειρά από ευφυή «αποφθέγματά» του). Όντας μικρόσωμος (1,65 μέτρα), με αφρόντιστα μαλλιά, μεγάλη μύτη, τετράγωνα γυαλιά σε συνδυασμό με τα μπεζ, φαρδιά ρούχα που συνηθίζει να φοράει, δημιουργείται το κάπως «χαζό» ύφος του.

Ακούραστος σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός και μουσικός – τα τελευταία χρόνια κάνει live performances με μια τζαζ μπάντα – o Γούντι Άλεν είναι ένας από τους πιο παραγωγικούς δημιουργούς της εποχής μας με περισσότερες από 50 ταινίες στο ενεργητικό του. Ταινίες, τις οποίες σκηνοθετεί, γράφει το σενάριο και συχνά πυκνά περνά και μπροστά από την κάμερα, πρωταγωνιστώντας. Το Νευρικός Εραστής βραβεύτηκε με 4 Όσκαρ: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Α’ γυναικείου ρόλου (1977). “Η Χάνα Και Οι Αδελφές της” με Όσκαρ Σεναρίου (1986). Το “Μεσάνυχτα στο Παρίσι” με  Όσκαρ Σεναρίου (2011).

Εδώ μια παρουσίαση των ταινιών στις οποίες έχει σκηνοθετήσει, παράξει, πρωταγωνιστήσει ή συμμετάσχει: https://www.athinorama.gr/cinema/contributor.aspx?contrid=1005384

Ταλαιπωρήθηκε έντονα από την «ανατίναξη» της 12ετούς σχέσης του με την πρώην σύζυγό του (και μούσα/πρωταγωνίστρια σε πολλές ταινίες του) Μία Φάροου, με την οποία έκαναν ένα παιδί και υιοθέτησαν άλλα δύο. Όλα τελείωσαν το 1992, όταν η Φάροου ανακάλυψε γυμνές φωτογραφίες της 20χρονης υιοθετημένης κόρης της, Σουν-Γι Πρεβέν, στο διαμέρισμα του Άλεν. Αποκαλύφθηκε ότι ο Άλεν και η Πρεβέν είχαν για μήνες ερωτική σχέση, η οποία συνεχίστηκε και μετά τη δημοσιοποίησή της. Στην συνέχεια η Μία ισχυρίστηκε ότι ο Άλεν στο παρελθόν είχε κακοποιήσει σεξουαλικά την κόρη τους Ντίλαν Φάροου, κατηγορία την οποία ο ίδιος έχει αρνηθεί. Η υπόθεση έκλεισε το 1993 μετά από επτάμηνη έρευνα από ιατρική ομάδα που είχε οριστεί από την αστυνομία και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ντίλαν δεν είχε κακοποιηθεί. Μεταξύ των λόγων που αναφέρθηκαν για το συμπέρασμα της ομάδας ήταν οι αντιφατικές δηλώσεις της Ντίλαν.

Παντρεύτηκε τη Σουν-Γι το 1997 και συνέχισε να κάνει ταινίες, να παίζει κλαρινέτο και να παρακολουθεί την ομάδα του, τους Νικς. Κάθε χρόνο, πιστός στο ραντεβού του με το κοινό, μας παρουσιάζει και από μία νέα δημιουργία του.

Πηγές: el.wikipedia.org, mixanitouxronou.gr, athinorama.gr

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ: Νταβίντ Μπεν Γκουριόν

Ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, θεωρείται ο ιδρυτής του κράτους του Ισραήλ και πρώτος πρωθυπουργός της χώρας από το 1948 έως το 1953. Γεννήθηκε το 1886 στο Πλονσκ, στο τμήμα της Πολωνίας που βρισκόταν υπό ρωσική κυριαρχία.

Όπως και ο πατέρας του, ήταν ένθερμος και δραστήριος οπαδός του σιωνισμού, του κινήματος που επιδίωκε την επιστροφή των Εβραίων μεταναστών στην Παλαιστίνη και τη δημιουργία εβραϊκού κράτους. Το 1906, λόγω των διωγμών των Εβραίων από τις ρωσικές αρχές, ο Μπεν-Γκουριόν μετανάστευσε στην Παλαιστίνη, τμήμα τότε της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εκεί, εργάστηκε στις αγροτικές κοινότητες των Εβραίων εποίκων, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί από τους πρώτους σιωνιστές. Αγνοώντας τις δυσκολίες στην Παλαιστίνη, με σκληρή δουλειά, ο Μπεν-Γκουριόν συνέχισε τη σιωνιστική δράση του. Διακρίθηκε ως κορυφαίο στέλεχος του κόμματος «Εργάτες της Σιών» και ως μέλος της συντακτικής ομάδας της εφημερίδας του, όπου αρθρογραφούσε. Το 1912 ο Μπεν-Γκουριόν άρχισε να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, οι οποίες έμειναν στη μέση, όταν, μετά την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, οι τούρκικες αρχές τον απέλασαν και πήγε στη Νέα Υόρκη.

Στις 2 Νοεμβρίου 1917, ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Μπάλφουρ έστειλε στο Λόρδο Ρότσιλντ (κορυφαίος ηγέτης σιωνισμού) επιστολή με την οποία τον πληροφορούσε ότι μετά τη λήξη του πολέμου, η αγγλική κυβέρνηση θα ευνοούσε την ίδρυση του Εβραϊκού κράτους, στην Παλαιστίνη. Έτσι, ο Μπεν-Γκουριόν κατατάχθηκε στην Εβραϊκή λεγεώνα του αγγλικού στρατού και πολέμησε για την απελευθέρωσή της Παλαιστίνης από τους Τούρκους.

Αφού τελείωσε ο πόλεμος (1918) και όσο η Παλαιστίνη διοικούνταν από τους Άγγλους, ο Μπεν-Γκουριόν, προετοίμασε το έδαφος για την ίδρυση του νέου κράτους. Ενθάρρυνε τη μαζική μετανάστευση Εβραίων στην Παλαιστίνη και αφού αγωνίστηκε για την ίδρυση της πρώτης Εβραϊκής ομοσπονδίας, εκλέχθηκε γενικός γραμματέας της το 1921 μέχρι και το 1935.

Το 1930 μετά τη συνένωση μικρών ομάδων Εβραίων μεταναστών, προέκυψε το σοσιαλ-σιωνιστικό κόμμα Μαπάι, του οποίου την ηγεσία ανέλαβε ο Μπεν-Γκουριόν. Το 1935 εκλέχθηκε πρόεδρος του διεθνούς οργανισμού που χειριζόταν τα θέματα εγκατάστασης Εβραίων στην Παλαιστίνη.

Το διογκούμενο μεταναστευτικό ρεύμα των Εβραίων ανησύχησε τους Άραβες της Παλαιστίνης, με αποτέλεσμα να προκληθούν συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες και αλλαγή της αγγλικής πολιτικής: το 1939 η αγγλική κυβέρνηση επέβαλε αυστηρούς περιορισμούς στη μετανάστευση των Εβραίων και στο δικαίωμά τους να αγοράζουν γη στην Παλαιστίνη. Ο Μπεν-Γκουριόν θεώρησε το μέτρο κατάφωρη παραβίαση της Διακήρυξης Μπάλφουρ. Αλλά η έκρηξη του B´ Παγκοσμίου Πολέμου τον ίδιο χρόνο τον οδήγησε σε πολιτική συμπαράταξης με την Αγγλία, χωρίς όμως εγκατάλειψη της τελικής επιδίωξης. Έτσι δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι της Παλαιστίνης κατατάχθηκαν εθελοντές στις αγγλικές ένοπλες δυνάμεις, ενώ από την άλλη η μετανάστευση και η εγκατάσταση στην Παλαιστίνη συνεχίζονταν παρά τα απαγορευτικά μέτρα.

Το 1942 ο Μπεν-Γκουριόν διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή πλεύσης του σιωνιστικού κινήματος: τότε για πρώτη φορά διακηρύχθηκε δημοσία ότι επιδίωξη του σιωνισμού ήταν πλέον όχι η δημιουργία «πατρίδας» στην Παλαιστίνη αλλά η ίδρυση εβραϊκού κράτους.

Όταν μετά τη λήξη του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου η αγγλική κυβέρνηση αρνήθηκε να ανακαλέσει τα περιοριστικά μέτρα, παρ’ ότι η τραγωδία του Ολοκαυτώματος, που είχε γίνει γνωστή, είχε προκαλέσει την παγκόσμια συμπάθεια για τον εβραϊκό λαό, ο Μπεν-Γκουριόν κήρυξε και οργάνωσε την αντίσταση κατά των Άγγλων και την εντατικοποίηση της μετανάστευσης. Η κατάσταση στην Παλαιστίνη επιδεινώθηκε και η Αγγλία έφερε το ζήτημα στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.

Στις 29 Νοεμβρίου 1947 το ψήφισμα 181 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, με 33 ψήφους υπέρ (μεταξύ των οποίων της Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών), 13 κατά, 10 αποχές και μία απουσία, διαιρούσε την Παλαιστίνη σε δύο κράτη, το Ισραηλινό (55,5% του εδάφους της) και το Αραβικό (45,5% του εδάφους), ενώ η Ιερουσαλήμ να παραμείνει διεθνής πόλη για μία περίοδο δέκα ετών και ύστερα οι κάτοικοί της να αποφασίσουν με δημοψήφισμα σε ποιο από τα δύο κράτη θα επιθυμούσαν η πόλη τους να ενταχθεί. Οι Ισραηλινοί αποδέχτηκαν την απόφαση του ΟΗΕ, έχοντας κατά νου να επεκτείνουν το υπό ίδρυση κράτος τους με τις παραστρατιωτικές ομάδες που διέθεταν. Οι Άραβες την απέρριψαν ασυζητητί, καθώς δεν διανοούνταν την ύπαρξη εβραϊκού κράτους στα εδάφη τους. Η Ελλάδα καταψήφισε την απόφαση, επειδή δεν ήθελε να διαταράξει τις σχέσεις της με τους Άραβες.

Τα μεσάνυχτα της 14ης προς 15η Μαΐου 1948 εξέπνεε η εντολή με την οποία η Κοινωνία των Εθνών εμπιστεύτηκε στη Μεγάλη Βρετανία τη διακυβέρνηση της Παλαιστίνης. Τα βρετανικά στρατεύματα έπρεπε να εγκαταλείψουν τη χώρα, το αργότερο ως την 1η Αυγούστου. Καθώς η 15η Μαΐου ήταν Σάββατο, το Εθνικό Εβραϊκό Συμβούλιο και το Παγκόσμιο Σιωνιστικό Κογκρέσο αποφάσισαν να αναγγείλουν μία μέρα νωρίτερα την ίδρυση του εβραϊκού κράτους.

Έτσι, νωρίς το απόγευμα της 14ης Μαΐου 1948, 250 εκπρόσωποι των δύο οργανώσεων συγκεντρώθηκαν στο Μουσείο του Τελ Αβίβ με πάσα μυστικότητα. Εκεί, ο σιωνιστής και σοσιαλιστής Δαβίδ Μπεν Γκουριόν, μετέπειτα πρώτος πρωθυπουργός του Ισραήλ, διάβασε τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας κάτω από το πορτρέτο του Τέοντορ Χερτζλ (1860-1904), του Ουγγροεβραίου δημοσιογράφου που ίδρυσε το σιωνιστικό κίνημα στα τέλη του 19ου αιώνα. Στη δήλωση της ανεξαρτησίας επισημαινόταν: «Στο πλαίσιο μιας πρότασης για την ειρήνη και των καλών γειτονικών σχέσεων δίνουμε χέρι φιλίας σε όλα τα γειτονικά κράτη και τους λαούς τους και τους καλούμε να δημιουργήσουν δεσμούς συνεργασίας και αλληλοβοηθείας με τον κυρίαρχο εβραϊκό λαό, που έχει εγκατασταθεί στη δική του γη». Την ίδια ημέρα, οι ΗΠΑ αναγνώρισαν το νέο κράτος και δύο ημέρες αργότερα η Σοβιετική Ένωση. Η Ελλάδα αναγνώρισε το Ισραήλ στις 15 Μαρτίου 1949.

Ο Αραβικός κόσμος δεν θα αποδεχτεί το νεοσύστατο κράτος και την επομένη θα τού κηρύξει τον πόλεμο, θεωρώντας ότι θα ήταν εύκολη λεία και θα το εξαφανίσει από προσώπου γης. Με τη βοήθεια, όμως, της Σοβιετικής Ένωσης, το Ισραήλ θα αντέξει και θα νικήσει στον Α’ Αραβο-Ισραηλινό Πόλεμο (1948-1949), δηλώνοντας εμφατικά ότι ήρθε για να μείνει οριστικά στη Γη της Επαγγελίας. Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ αποτελεί την αφετηρία του Παλαιστινιακού προβλήματος που υφίσταται μέχρι σήμερα.

Ο Μπεν-Γκουριόν διετέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός του Ισραήλ: το 1948-1953 και το 1955-1963. Οι πρωθυπουργικές θητείες του σκιάστηκαν και οι δύο από τις πολεμικές συρράξεις του Ισραήλ με τα γειτονικά του αραβικά κράτη, που δεν εννοούσαν να αναγνωρίσουν την ύπαρξή του και επεδίωκαν τον αφανισμό του. Οι πόλεμοι αυτοί έληξαν νικηφόρα για το Ισραήλ, το οποίο όμως κατέβαλε βαρύ φόρο αίματος. Το ίδιο συνέβη και με τους αντιπάλους του, οι οποίοι γνώρισαν επίσης την ισραηλινή κατοχή και τον ξεριζωμό από τις πατρογονικές τους εστίες από όπου τους εξέβαλαν οι Ισραηλινοί. Παρά τους πολέμους ο Μπεν-Γκουριόν ως πρωθυπουργός κατόρθωσε να εφαρμόσει στη βιομηχανία και στη γεωργία πολλά από τα μεταρρυθμιστικά προγράμματα που είχε προτείνει πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ.

Τον Ιούνιο του 1963 επικαλούμενος αδιευκρίνιστους «προσωπικούς λόγους», που είχαν πιθανώς σχέση με εσωκομματικές διαμάχες εξαιτίας Αγγλοαμερικανικών παραπόνων, ο Μπεν-Γκουριόν παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία. Το 1965 αποχώρησε από το Μαπάι και ίδρυσε νέο κόμμα, το Ράφι, το οποίο όμως δεν ευδοκίμησε ιδιαίτερα. Ο Μπεν-Γκουριόν συνέχισε να είναι παρών στην πολιτική ζωή του Ισραήλ ως το 1970, όταν παραιτήθηκε από τη Βουλή, το Κνεσέτ, και αποσύρθηκε μέχρι το θάνατο του (1η Δεκεμβρίου 1973) σε ένα κιμπούτς για να ασχοληθεί με τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του.

Πηγές: el.wikipedia.org, sansimera.gr

 

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *