Στιγμές από το Παρελθόν: 30η Νοέμβρη

Το Γεγονός (Κυκλοφορία του άλμπουμ The Wall-1979), η Γέννηση (Ουίνστον Τσώρτσιλ-1874), ο Θάνατος (Όσκαρ Ουάιλντ-1900)

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ: Κυκλοφορία του ιστορικού άλμπουμ THE WALL των PINK FLOYD

Το The Wall είναι το ενδέκατο στούντιο άλμπουμ από το αγγλικό συγκρότημα Pink Floyd. Κυκλοφόρησε ως διπλό άλμπουμ, στις 30 Νοεμβρίου 1979, άρχισε να ερμηνεύεται ζωντανά με περίτεχνα θεατρικά εφέ, και μετατράπηκε σε μια ταινία μεγάλου μήκους με τίτλο «Pink Floyd The Wall«. Ο αριθμός των πωλήσεων παγκοσμίως ξεπέρασε τα τριάντα εκατομμύρια αντίτυπα. Το «The Wall» είναι το πρώτο σε πωλήσεις διπλό άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής. Αναγνωρίζεται ως ένα από τα κορυφαία μουσικά έργα όλων των εποχών και θεωρείται ότι επηρέασε όσο ελάχιστα τη νέα γενιά (και όχι μόνο) της εποχής του, ενώ ακόμα και σήμερα, 40 χρόνια μετά, συνεχίζει να ακούγεται από εκατομμύρια ανθρώπους.

Το «The Wall«, έχει ως κύρια θέματα την εγκατάλειψη και τη προσωπική απομόνωση.

Η ιδέα του άλμπουμ συλλήφθηκε κατά την διάρκεια της περιοδείας του συγκροτήματος In the Flesh Tour το 1977, όταν ο μπασίστας και στιχουργός Ρότζερ Γουότερς, απογοητευμένος από το κοινό τους, φαντάστηκε την δημιουργία ενός τείχους μεταξύ του συγκροτήματος και του κοινού. Το άλμπουμ επικεντρώνεται σε έναν χαρακτήρα, τον Pink, ο οποίος είναι βασισμένος στον Ρότζερ Γουότερς.

Οι προσωπικές εμπειρίες του Pink ξεκινούν με την απώλεια του πατέρα του κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και συνεχίζουν με την γελοιοποίηση και κακοποίηση από τους δασκάλους του, την υπερπροστατευτική μητέρα του και τέλος την διάλυση του γάμου του.

Όλα αυτά συμβάλλουν στην ενδεχόμενη αυτοεπιβληθείσα απομόνωση του από την κοινωνία και παριστάνονται με ένα εικονικό τείχος.

Κάθε ένα από αυτά τα τραύματα μετατρέπονται μεταφορικά σε «τούβλα στο τείχος» (bricks in the wall).

Ο πρωταγωνιστής γίνεται τελικά αστέρι της ροκ, του οποίου οι σχέσεις αμαυρώνονται από την απιστία, τη χρήση ναρκωτικών, και τις εκρήξεις βίας.

Δεδομένου ότι ο γάμος του καταρρέει, τελειώνει το χτίσιμο του τείχους του, ολοκληρώνοντας έτσι την απομόνωση του από την ανθρώπινη επαφή.

Κρυμμένος πίσω από το τείχος του, η κρίση του Pink κλιμακώνεται, και πιστοποιείται με μια παραισθησιογόνα εμφάνιση επί σκηνής, στην οποία πιστεύει ότι είναι ένας φασίστας δικτάτορας και εμφανίζεται σε συγκέντρωση όμοια με αυτή των Νεοναζί, όπου εξαπολύει άνδρες σε διάφορους θαυμαστές που πιστεύει ότι είναι ανάξιοι.

Βασανισμένος από την ενοχή, δικάζει τον εαυτό του (trial) να γκρεμίσει το τείχος, αφήνοντας τον Pink να βρει άνοιγμα προς τον έξω κόσμο.

Το άλμπουμ γίνεται πλήρης κύκλος κλείνοντας με τα λόγια «Isn’t this where…», που είναι οι πρώτες λέξεις της φράσης που ξεκινάει το άλμπουμ,»…we came in?».

Στις 8,9 και 12 Ιουλίου 2011, το «The Wall«, παρουσιάστηκε ζωντανά στην Αθήνα, στο στο κλειστό γήπεδο μπάσκετ του Ο.Α.Κ.Α., από τον Ρότζερ Γουώτερς. Κατά τις δύο πρώτες ημέρες η συναυλία μαγνητοσκοπήθηκε και κυκλοφόρησε στην ταινία του «Roger Waters The Wall».

Η ΓΕΝΝΗΣΗ: Ουίνστον Τσώρτσιλ

Ο Σερ Ουίνστον Λέοναρντ Σπένσερ-Τσώρτσιλ (Sir Winston Leonard Spencer-Churchill, 30 Νοεμβρίου 1874 – 24 Ιανουαρίου 1965) ήταν Βρετανός πολιτικός, στρατιωτικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας, πρωθυπουργός της χώρας του, κατά τις περιόδους 1940-45 και 1951-55. Ηγέτης της Μεγάλης Βρετανίας από την άνοιξη του 1940 έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, ήταν ένας από τους αρχιτέκτονες της συμμαχικής νίκης γι’ αυτό και ονομάστηκε «Πατέρας της νίκης». Συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του καθεστώτος των διεθνών συσχετισμών κατά την μεταπολεμική περίοδο, ενώ έπαιξε σημαντικό ρόλο στην τελική έκβαση του Ελληνικού Εμφυλίου.

Γεννήθηκε στο Ανάκτορο Μπλενχάιμ της κομητείας της Οξφόρδης και ήταν γόνος εύπορης οικογένειας ευγενών, δευτερότοκος γιος του πολιτικού Ράντολφ Χένρυ Σπένσερ Τσώρτσιλ και της Αμερικανίδας Τζένης Τζέρομ (κόρης του Λέοναρντ Τζέρομ, τραπεζίτη και ιδιοκτήτη των New York Times). Σπούδασε αρχικά στη σχολή Χάρροου, όπου επέδειξε ενδιαφέρον για την αγγλική φιλολογία και την ιστορία και κατόπιν στη στρατιωτική ακαδημία. Αξιωματικός του ιππικού & στρατιωτικός παρατηρητής. Εντάχθηκε στα βρετανικά στρατεύματα των Ινδιών, στις βρετανικές δυνάμεις της Αιγύπτου και πήρε μέρος στις επιχειρήσεις ανακατάληψης του Σουδάν.Τις σχετικές στρατιωτικές εμπειρίες και εντυπώσεις του κατέγραψε στο βιβλίο του «Ο ποτάμιος πόλεμος». Στη συνέχεια παραιτήθηκε από το στράτευμα και διεκδίκησε χωρίς επιτυχία βουλευτική έδρα στη περιφέρεια Όλνταμ (1899).

Το 1900 εκλέχτηκε για πρώτη φορά βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος (Τόρις) αρνούμενος να ταυτισθεί στη συνέχεια με πολλές από τις επιλογές των συντηρητικών κυβερνήσεων, όπως τις σχετικές με την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, τις αποικιακές ρυθμίσεις και κυρίως με το θεσμοθετούμενο σύστημα προστατευτικού δασμολογίου. Οι διαφωνίες του αυτές οδήγησαν στην αποχώρησή του από τη συντηρητική παράταξη (1904) και την ένταξή του στους Φιλελεύθερους με τους οποίους επανεξελέγη βουλευτής του 1906.

Φανατικός αντίπαλος των εργατικών, αλλά και πολέμιος της πολιτικής του κατευνασμού απέναντι στον φασισμό και στον ναζισμό που ακολουθούσαν ο Στάνλεϊ Μπάλντουιν (1935-37) και ο Νέβιλ Τσάμπερλεν (1937-40) έμεινε για δέκα ολόκληρα χρόνια στην αντιπολίτευση, διαφωνώντας συχνά και με το ίδιο το κόμμα του, κατακρίνοντας σε λόγους και άρθρα του με ισχυρά επιχειρήματα κάθε συμβιβασμό με τις δικτατορικές ή ολοκληρωτικές σοσιαλιστικές ιδεολογίες.

Τον Μάιο του 1940 διαδέχτηκε τον Νέβιλ Τσάμπερλεν στην αρχηγία μιας κυβέρνησης συνασπισμού και προέβη στο διάσημο διάγγελμα του προς τον Βρετανικό λαό.

«Δεν έχω τίποτε να σας προσφέρω εκτός από αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα. Έχουμε μπροστά μας ένα μαρτύριο της πιο οδυνηρής μορφής. Έχουμε μπροστά μας πολλούς, πολλούς μήνες αγώνα και πόνου. Ρωτάτε: «Ποια είναι η πολιτική μας;» Μπορώ να πω ότι είναι το να διεξαγάγουμε πόλεμο από θαλάσσης, ξηράς και αέρος, με όλες τις εσωτερικές μας δυνάμεις και μ’ όλη τη δύναμη που μπορεί να μας δώσει ο Θεός. Να διεξαγάγουμε πόλεμο εναντίον μιας τερατώδους τυραννίας, που κανείς ποτέ δεν την έχει υπερβεί στο σκοτεινό, αξιολύπητο κατάλογο της ανθρώπινης εγκληματικότητας. […] Ρωτάτε: «Ποιος είναι ο σκοπός;» Μπορώ ν’ απαντήσω με μια λέξη. Είναι η νίκη. Νίκη με κάθε κόστος, νίκη παρ’ όλο τον τρόμο, νίκη, όσο μακρύς και σκληρός κι αν είναι ο δρόμος. Γιατί χωρίς νίκη, δεν υπάρχει επιβίωση. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό. Καμία επιβίωση για τη Βρετανική Αυτοκρατορία, καμία επιβίωση για όλα όσα αντιπροσωπεύει η Βρετανική Αυτοκρατορία.»

(Κι ένας ευρύτατα διαδεδομένος μύθος: Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940 και με αφορμή τη σθεναρή αντίσταση που προέβαλλε ο ελληνικός στρατός στην ιταλική εαρινή επίθεση, ο Τσώρτσιλ φέρεται να είπε μια φράση σχετικά με το θάρρος και την ανδρεία των Ελλήνων: Στο εξής δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες. Σύμφωνα με το Churchill Archives Centre και άλλους Διεθνείς φορείς τεκμηρίωσης των βιογραφικών στοιχείων του Sir Winston Leonard Spencer Churchill, η συγκεκριμένη φράση ουδέποτε ελέχθη από τον Τσώρτσιλ, αποδόθηκε όμως σε αυτόν από την πλευρά της Ελληνικής Αντίστασης κατά τη διάρκεια του πολέμου για λόγους εμψύχωσης και ενίσχυσης του φρονήματος των μαχομένων Ελλήνων πατριωτών.)

Μετά την κατάρρευση και συνθηκολόγηση της Γαλλίας, η Βρετανία βρέθηκε πλέον μόνη της στον αγώνα ενάντια στη Ναζιστική Γερμανία. Ο Χίτλερ επεδίωκε εναν συμβιβασμό ή συμφωνία με τη Βρετανία έχοντας κατά νου την σχεδιαζόμενη επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Παρά ταύτα η στάση του Τσώρτσιλ ήταν αδιαπραγμάτευτη. Πριν ξεκινήσει η Μάχη της Αγγλίας, προέβη σε έναν ακόμη λόγο, έξοχο δείγμα της ρητορικής του δεινότητας, με σκοπό να ανυψώσει το ηθικό των Βρετανών.

«Θα πολεμήσουμε στη Γαλλία, θα πολεμήσουμε σε θάλασσες και ωκεανούς, θα πολεμήσουμε με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους αιθέρες, θα υπερασπίσουμε το νησί μας, ό,τι και να μας κοστίσει, θα πολεμήσουμε στους διαδρόμους προσγείωσης, θα πολεμήσουμε στα χωράφια και στους δρόμους, θα πολεμήσουμε στους λόφους. Δεν θα παραδοθούμε ποτέ!»

Ανέλαβε πρωτοβουλία να ενισχύσει στο εσωτερικό το πνεύμα της αντίστασης, παρά τις δυσμενείς εξελίξεις των πρώτων μηνών του πολέμου, και στο εξωτερικό να προκαλέσει την επέμβαση των ΗΠΑ στον πόλεμο (την οποία θεωρούσε καθοριστική) και να πετύχει τη συμμαχία της Σοβιετικής Ένωσης.

Μεταξύ 1941 και 1945 ο Ουίνστον Τσόρτσιλ διέσχισε τον Ατλαντικό πέντε φορές για να συσκεφθεί με τον πρόεδρο των Η.Π.Α. Φραγκλίνο Ρούζβελτ. Μετέβη δύο φορές στη Μόσχα, όπου συναντήθηκε με τον Ιωσήφ Στάλιν το 1942 και τον Οκτώβριο του 1944, όταν έγινε η περίφημη διανομή, η οποία βάρυνε καθοριστικά στον καθορισμό της μεταπολεμικής τύχης της Ελλάδας και των άλλων βαλκανικών χωρών. Ακόμα μετέβη το 1943 στο Κάιρο και την Τεχεράνη για τις αντίστοιχες διασκέψεις, στη Ρώμη το 1944 όπου συναντήθηκε με τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο και τον Πάπα Πίο ΙΒ΄, στη Διάσκεψη της Γιάλτας τον Φεβρουάριο του 1945 για τη διαβόητη συμφωνία μεταξύ Ρούζβελτ-Τσόρτσιλ και Στάλιν, ενώ αρκετές φορές επισκέφθηκε το δυτικό μέτωπο και τον Ιούλιο του 1945 το Πότσδαμ για την τριμερή Διάσκεψη του Πότσδαμ με τον Χάρυ Τρούμαν και τον Στάλιν.

Με τους χειρισμούς του υπήρξε έτσι από τους καθοριστικότερους παράγοντες στην τελική νίκη των Συμμάχων, ενώ καθιέρωσε και τον χαιρετισμό της νίκης με τα δύο δάχτυλα (V). Δεν υπήρξε γεγονός στο οποίο να μην ήταν πρωταγωνιστής. Οι θέσεις του στηριζόταν στην ρεαλιστική αναγνώριση και κυνική αποδοχή -μεταξύ των πρωταγωνιστών νικητών-  των σφαιρών επιρροής.

Οι υποχρεώσεις της βρετανικής πολιτικής τον έφεραν με τεθωρακισμένο όχημα από το Φάληρο στην Αθήνα, τα Χριστούγεννα του 1944, ενώ μαίνονταν οι μάχες των κυβερνητικών και των βρετανικών δυνάμεων με τον ΕΛΑΣ. Στην Αθήνα ο Τσόρτσιλ, σε σύσκεψη της ηγεσίας όλου του ελληνικού πολιτικού φάσματος, του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού συμπεριλαμβανομένου -και παρουσία των πρεσβευτών Η.Π.Α., Ε.Σ.Σ.Δ. και Γαλλίας- δεν άφησε αμφιβολίες για το ότι η Μεγάλη Βρετανία είχε τον πρώτο λόγο στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Ο ρόλος του στην ανατροπή των συσχετισμών στη χώρα και την ήττα των «νικητών» της Αντίστασης, ήταν απόλυτα καταλυτικός.

Γενικότερα μεταπολεμικά εξεδήλωσε την πλήρη αντίθεσή του στις πολιτικές επιλογές της Σοβετικής Ένωσης και το 1946 πρώτος αυτός χρησιμοποίησε τον όρο «Σιδηρούν παραπέτασμα». Από την αρχή του μεταπολέμου, ο Τσόρτσιλ υποστήριξε το σχηματισμό «ενωμένης Ευρώπης», η οποία δεν θα μπορούσε να συγκροτηθεί χωρίς την οικονομική βοήθεια των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και τη συμμετοχή της Γερμανίας. Ο Τσόρτσιλ, με διακοπή μερικών ετών, παρέμεινε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας έως τον Απρίλιο του 1955. Δεν παρέλειψε μάλιστα να γράψει τα περίφημα απομνημονεύματά του από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα οποία άρχισαν να δημοσιεύονται το 1948 και του απέφεραν το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1953.

Τα βαθιά του γεράματα ο Τσόρτσιλ, σεβαστός και τιμώμενος από τους Βρεττανούς, τα πέρασε ήσυχα πλάι στη σύζυγό του Κλημεντίνη, ζωγραφίζοντας. Πέθανε στις  το 1965, σε ηλικία 91 ετών. Κηδεύτηκε στις 30 Ιανουαρίου, στο Λονδίνο, από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου. Η σορός έφτασε εκεί από το Ουεστμίνστερ Χολ, όπου είχε εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα. Της νεκρικής πομπής -την οποία παρακολούθησαν χιλιάδες Βρετανοί- ηγήθηκαν δεκατρείς βετεράνοι της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας (RAF), οι οποίοι είχαν αντιμετωπίσει τα γερμανικά σμήνη στη Μάχη της Αγγλίας.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ: Όσκαρ Ουάιλντ

Ο ποιητής, δραματουργός, μυθιστοριογράφος και κριτικός Όσκαρ (Φίνγκαλ Ο’ Φλάιερτι Γουίλς) Ουάιλντ [Oscar Wilde] γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου του 1854 στο Δουβλίνο. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1878 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Λονδίνο. Εστέτ εκ χαρακτήρος, αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση του ωραίου και του παράδοξου, προσχωρώντας στο νεόκοπο αλλά ανερχόμενο ρεύμα του Αισθητισμού, οι εκπρόσωποι του οποίου υποστήριζαν ότι μοναδικός σκοπός της τέχνης είναι το ωραίο και ότι η τέχνη δεν έχει ηθικούς ή ωφελιμιστικούς λόγους ύπαρξης, σε αντίθεση με τις επικρατούσες απόψεις της εποχής, οι οποίες ερμήνευαν το έργο τέχνης βάσει ηθικών και παιδευτικών αξιών. Διακήρυτταν την άποψη ότι τη ζωή πρέπει να την ζει κάποιος ενστικτωδώς, ακολουθώντας το ιδεώδες της ομορφιάς. Γρήγορα ο Όσκαρ Ουάιλντ γνώρισε τον θαυμασμό της λονδρέζικης αριστοκρατίας, που τον παρακολουθούσε και τον μιμούταν ως πρότυπο. Όλοι επαναλάμβαναν τις πνευματώδεις φράσεις του, αγόραζαν πολύτιμες πέτρες και κοιτούσαν με υπεροψία τη ζωή, όμοια μ’ αυτόν.

Η λογοτεχνική του δόξα έφτασε στο αποκορύφωμα το 1891 με το μοναδικό του μυθιστόρημα, το  διαβόητο «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ».

Αν και ήταν παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών, η προσωπική ζωή του Όσκαρ Ουάιλντ ήταν γεμάτη κουτσομπολιά και σκάνδαλα. Αποκορύφωμα, το 1895 όταν κατηγορήθηκε για ομοφυλοφιλία, για τις στενές σχέσεις του με τον νεαρό ομότεχνό του Άλφρεντ Ντάγκλας και οδηγήθηκε στο δικαστήριο, όπου καταδικάσθηκε σε δύο χρόνια καταναγκαστικών έργων (στη Βικτωριανή Αγγλία η ομοφυλοφιλία ήταν ποινικό αδίκημα). Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του έγραψε τον δραματικό αυτοβιογραφικό μονόλογο «Εκ Βαθέων (De Profundis)», με παραλήπτη την «πέτρα του σκανδάλου», τον Άλφρεντ Ντάγκλας.

Ο Τύπος ασκούσε ανηλεή κριτική τόσο στον Ουάιλντ όσο και στον Αισθητισμό, και όχι μόνον στην Αγγλία: παραδείγματος χάριν, η εφημερίδα Springfield Republican, με αφορμή την επίσκεψη του Ουάιλντ στην Βοστώνη για μία διάλεξη, θεώρησε ότι η συμπεριφορά του Άγγλου αισθητιστή αντικατόπτριζε περισσότερο άνθρωπο κακόφημο, παρά διανοητή αφιερωμένο στην Ομορφιά και στην Ηδονή. Ο Τόμας Χίγγινσον, Αμερικανός κληρικός και υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, έγραψε στο άρθρο του με τίτλο Unmanly Manhood τους προβληματισμούς του για το ότι ο Ουάιλντ, του οποίου «η μόνη διάκριση είναι ένα μικρό βιβλίο με πολύ μέτρια ποίηση», θα επηρέαζε αρνητικά την συμπεριφορά ανδρών και γυναικών. Παρόλο που ο Τύπος ήταν εχθρικός απέναντί του, ο Ουάιλντ έχαιρε θερμής υποδοχής στα πιο ετερόκλητα περιβάλλοντα στις Η.Π.Α.· την μία ημέρα έπινε ουίσκι με μεταλλωρύχους (δηλώνοντας μάλιστα: «οι μόνοι καλοντυμένοι άνθρωποι που έχω δει στις Η.Π.Α. είναι οι μεταλλωρύχοι των Βραχωδών Ορέων») και την επόμενη τον υποδέχονταν με τιμές στα πιο μοντέρνα σαλόνια κάθε πόλης που επισκεπτόταν.

Αν και ο Ντάγκλας υπήρξε η αιτία των δεινών του, ξανασμίξανε με τον Ουάιλντ τον Αύγουστο του 1897 στη Ρουέν. Οι συγγενείς και οι φίλοι και των δύο ανδρών εξέφρασαν την δυσαρέσκειά τους για αυτή την επανένωση. Η σύζυγός του είχε αρνηθεί να συναντηθεί με τον Ουάιλντ ή να του επιτρέψει να δει τα παιδιά του, αλλά του παρείχε τα απαραίτητα για να τα βγάζει πέρα. Το δεύτερο μισό του 1897, ο Ουάιλντ κι ο Ντάγκλας πέρασαν μερικούς ξένοιαστους μήνες μαζί κοντά στη Νάπολη, μέχρι που οι οικογένειές τους τούς χώρισαν υπό την απειλή της διακοπής χρηματοδότησης.

Τους τελευταίους μήνες της ζωής του ο Ουάιλντ τους πέρασε στο Παρίσι, στο φτηνιάρικο ξενοδοχείο Hôtel d’Alsace – γνωστό πλέον ως το πολυτελές L’Hôtel. «Αυτή η πενία αλήθεια σου ραγίζει την καρδιά· είναι τόσο ελεεινή, τόσο τρομακτικά θλιβερή, τόσο απελπιστική. Σε εκλιπαρώ να κάνεις ό,τι μπορείς», έγραφε στον εκδότη του εκείνες τις ημέρες. Επεξεργαζόταν και επανέκδοσε έργα του, σημάδια τα οποία σύμφωνα με τον Έλμαν δείχνουν άνθρωπο που έχει «τον έλεγχο του εαυτού του και του έργου του» – αρνήθηκε όμως να γράψει, καθώς έλεγε ότι «μπορώ να γράψω, αλλά έχω χάσει την χαρά της γραφής». Περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας περιπλανώμενος μονάχος στους παριζιάνικους δρόμους, και ό,τι λίγα λεφτά είχε τα ξόδευε στο ποτό. Μια σειρά από ντροπιαστικές συναντήσεις με Βρετανούς επισκέπτες, ή Γάλλους που γνώριζε από τις μέρες της δόξας του, καταρράκωσαν κι άλλο το ηθικό του. Σταδιακά ο Ουάιλντ περνούσε όλο και περισσότερο χρόνο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, και, σε μια από τις ελάχιστες εξόδους του, φημολογείται ότι δήλωσε, με το χαρακτηριστικό του φλέγμα, «Η ταπετσαρία μου και εγώ παλεύουμε μέχρι θανάτου. Ένας από τους δύο πρέπει να φύγει»

Η αυλαία της τραγικής ζωής του έπεσε στις 30 Νοεμβρίου του 1900, στο δωμάτιο του φθηνού ξενοδοχείου του Παρισιού.

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *