Στιγμές από το Παρελθόν: 29η Νοεμβρίου

Το γεγονός (Το Woodstock στην Αθήνα-1970), η Γέννηση (Μπαρτσελόνα-1899), ο Θάνατος (Τζάκομο Πουτσίνι-1924)

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ: Το Woodstock στην Αθήνα των Συνταγματαρχών (1970)

Κοσμοσυρροή, νεανικός ενθουσιασμός, αστυνομοκρατία, επεισόδια για μια προβολή ταινίας. Μιας ταινίας που προβλήθηκε μέσα στη Χούντα των Συνταγματαρχών την οποία, το περιεχόμενο της ενοχλούσε τόσο πολύ, όσο ενθουσίαζε τους νέους & τις νέες που συνέρρευσαν από όλα τα μέρη της Ελλάδας για να την απολαύσουν.

Την τελευταία Κυριακή του Νοεμβρίου του 1970, προβλήθηκε στην Αθήνα το ντοκιμαντέρ από το θρυλικό φεστιβάλ του Γούντστοκ. Ο κινηματογράφος που έγινε η επίσημη πρεμιέρα ήταν το Παλλάς. Η αίθουσα του σινεμά κατακλύστηκε από 2 χιλιάδες θεατές, ενώ απ΄ έξω υπήρχαν άλλα 3 χιλιάδες άτομα. Η «δίψα» όμως για να δουν το περιβόητο ντοκιμαντέρ ήταν μεγάλη….

Έτσι, έσπασαν τα ρολά της εισόδου και μπούκαραν στον κινηματογράφο για να παρακολουθήσουν την προβολή. Επικράτησε πανικός. Με το πρόσχημα της παρενόχλησης της κυκλοφορίας έξω από το Παλλάς, η δεύτερη προβολή απαγορεύθηκε. Ακολούθησαν έντονες διαμαρτυρίες που εξελίχθηκαν σε σοβαρά επεισόδια…. Η αστυνομία «τσάκισε» στο ξύλο πολλούς νέους και έγιναν 13 προσαγωγές.

Στην προβολή του φιλμ βρέθηκε και ο σκηνοθέτης της ταινίας, Michael Wadleigh, που θα μιλούσε για το Woodstock. Η ομιλία του όμως, απαγορεύθηκε από την αστυνομία, αλλά ο Wadleigh αποθεώθηκε από τους συγκεντρωμένους. Τον σήκωσαν, μάλιστα, στους ώμους, φωνάζοντας Woodstock….

Η προβολή του φιλμ απαγορεύθηκε για δύο εβδομάδες, επειδή διέφθειρε τα ήθη των νέων, αλλά με πρωτοβουλία του προπαγανδιστή της χούντας Γεωργαλά, δόθηκε τελικά το «πράσινο φως» και το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε αργότερα σε 5 κινηματογράφους, συχνά υπό το άγρυπνο βλέμμα αστυνομικών που βρίσκονταν «εντός της αιθούσης» την ώρα της προβολής . Σε συνέντευξη που έδωσε ο Γ. Γεωργαλάς το 1971, δήλωνε ότι «οι νέοι του Woodstock είναι δυστυχείς. Πασχίζουν να εκφράσουν, με τη μουσική, την ψυχική τρικυμία τους»….
Πηγή: mixanitouxronou.gr
Η ΓΕΝΝΗΣΗ: Μπάρσα, περισσότερο από έναν σύλλογο (1899)
Αθλητικό σωματείο με έδρα τη Βαρκελώνη της Καταλωνίας, περιοχής της Ισπανίας. Προφέρεται Μπαρθελόνα στα ισπανικά, Μπαρσελόνα στα καταλανικά (Μπάρσα, χαϊδευτικά). Η Μπαρτσελόνα ή Μπάρτσα, όπως τη γνωρίζουμε στην Ελλάδα, είναι πασίγνωστη για το ποδοσφαιρικό της τμήμα και δευτερευόντως για την ομάδα του μπάσκετ. Διαθέτει περισσότερα από 155.000 εγγεγραμμένα μέλη, που εκλέγουν τον πρόεδρο του συλλόγου και πάνω από 1.800 λέσχες φίλων της σε όλο τον κόσμο.
Η Μπαρτσελόνα δεν είναι απλώς μια ποδοσφαιρική ομάδα, αλλά μια ιδέα, ένα σύμβολο. Σύμβολο υπερηφάνειας των Καταλανών και του πόθου τους για αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία από τη Μαδρίτη, σύμβολο κοινωνικών και αντιδικτατορικών αγώνων. Και φυσικά, η αιώνια αντίπαλός της Ρεάλ, που εκπροσωπεί την κεντρική εξουσία της Μαδρίτης και το Στέμμα, αλλά και της συμπολίτισσάς της Εσπανιόλ, που αντιπροσωπεύει τους βασιλόφρονες και τους κεντριστές της Καταλωνίας.
Η Μπαρτσελόνα ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του ελβετού επιχειρηματία Χανς Γκάμπερ. Στις 22 Οκτωβρίου 1899, ο Γκάμπερ δημοσίευσε μια αγγελία στις εφημερίδες της περιοχής, αναζητώντας ποδοσφαιριστές για τη δημιουργία ποδοσφαιρικής ομάδας. Στις 29 Νοεμβρίου 1899 οι ενδιαφερόμενοι συγκεντρώθηκαν στο Γυμνάσιο Σόλε και ίδρυσαν την ομάδα που πήρε το όνομα της πόλης. Στη συνάντηση εκείνη επελέγησαν και τα χρώματα της Μπαρτσελόνα, το μπλε και το γκρενά, που ήταν τα χρώματα της ελβετικής Βασιλείας (FC Basel), της ομάδας που υποστήριζε ο Γκάμπερ. Εξ ου και το προσωνύμιο μπλαουγκράνα, με το οποίο είναι γνωστή η Μπαρτσελόνα.

Γρήγορα, η νέα ομάδα, υπό την καθοδήγηση του Γκάμπερ, ξεπέρασε τα σύνορα της Καταλωνίας κι έγινε μία από τις μεγάλες δυνάμεις του ισπανικού ποδοσφαίρου. Το 1902 αγωνίστηκε στον πρώτο μεγάλο τελικό της ιστορίας της, στο Κύπελλο του Βασιλιά (Copa del Rey), όπως ονομάζεται ο θεσμός του Κυπέλλου στην Ισπανία, αλλά έχασε από τη Βισκάγια με 2-1. Στις 14 Μαρτίου 1909 η Μπαρτσελόνα απέκτησε το πρώτο της γήπεδο χωρητικότητας 6.000 θέσεων, αλλά μέχρι το τέλος του χρόνου οι ανάγκες της είχαν μεγαλώσει, καθώς τα μέλη της είχαν ξεπεράσει τα 10.000.

Έτσι, μετακόμισε στο Λες Κορτς, χωρητικότητας 20.000 θέσεων, που με την πάροδο του χρόνου έφθασε τις 60.000 και τη φιλοξένησε ως τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Ως το 1925 που ο Γκάμπερ παρέμεινε στην προεδρία της ομάδα, η Μπαρτσελόνα κατέκτησε 5 Κύπελλα Ισπανίας και άλλα μικρότερα έπαθλα, καθώς το πρωτάθλημα, η γνωστή μας Σέριε, άρχισε το 1928.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’20 η Μπαρτσελόνα οπισθοχωρεί και χάνει την αίγλη της για πολιτικούς λόγους. Στις 14 Ιουνίου 1925 οι οπαδοί της σε μια έκρηξη καταλανικού εθνικισμού γιουχάρουν τον ισπανικό εθνικό ύμνο και ο δικτάτορας Πρίμο Ντε Ριβέρα επιβάλλει εξάμηνη διακοπή των λειτουργιών της και την αποβολή του Γκάμπερ από την προεδρία της. Η ομάδα αντιμετωπίζει μεγάλα οικονομικά προβλήματα και από τη μείωση των μελών της.

Κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου (1936 – 1939), η Μπαρτσελόνα, όπως και όλη η Καταλωνία, τάσσεται με το πλευρό των Δημοκρατικών. Ο πρόεδρός της Ζόζεπ Σουνιόλ εκτελείται από τους εθνικιστές του στρατηγού Φράνκο. Η ομάδα περιοδεύει στις ΗΠΑ και το Μεξικό, προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για τον αγώνα. Συχνά, τα γραφεία των συνδέσμων της γίνονται στόχος βομβιστικών επιθέσεων από τους Φαλαγγίτες του Φράνκο.

Με την επικράτηση του Φράνκο το 1939 αρχίζουν τα μαύρα χρόνια για την Μπαρτσελόνα, καθώς ο δικτάτορας πριμοδοτούσε σκανδαλωδώς την αγαπημένη του Ρεάλ Μαδρίτης, που αποτελούσε το σύμβολο της ενωμένης Ισπανίας, σε αντίθεση με την Μπαρτσελόνα, που αντιπροσώπευε τις αποσχιστικές τάσεις της Καταλωνίας. Η Μπαρτσελόνα τότε εξαναγκάστηκε να αφαιρέσει την καταλανική σημαία από το σήμα της και να ισπανοποιήσει το όνομά της. Όμως, το γήπεδό της παρέμεινε ένα από τα λίγα μέρη, που μπορούσε ο κόσμος να μιλήσει ελεύθερα τα καταλανικά.

Χαρακτηριστικό είναι και το επεισόδιο του 1943. Στον πρώτο ημιτελικό του Κυπέλλου Ισπανίας η Μπαρτσελόνα νίκησε 3-0 τη Ρεάλ. Στον επαναληπτικό της Μαδρίτης οι παίκτες της δέχθηκαν στα αποδυτήρια την επίσκεψη ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου του Φράνκο, ο οποίος τους υπενθύμισε ότι «παίζουν ποδόσφαιρο χάρις στη μεγαλοψυχία του καθεστώτος». Οι ποδοσφαιριστές της Μπάρτσα πανικοβλήθηκαν και έχασαν με κατεβασμένα τα χέρια 11-1.

Παρά τη δύσκολη πολιτική κατάσταση, η ομάδα σήκωσε κεφάλι και πέτυχε αξιόλογες διακρίσεις τη δεκαετία του ’40 και του ’50. Τη φανέλα της φόρεσαν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, όπως οι Σέζαρ, Ράμαλετς, Βελάσκο, Τσίμπορ, Κότσιτς και Κουμπάλα, που από πολλούς θεωρείται ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής που φόρεσε την κυανέρυθρη φανέλα. Το 1954 η ομάδα μετακόμισε στο αχανές Καμπ Νου και το 1958 είχε και την πρώτη της ευρωπαϊκή διάκριση με την κατάκτηση του Κυπέλλου Εκθέσεων (νυν Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ).

Το 1978 ήταν μια σημαδιακή χρονιά για την Μπαρτσελόνα. Στην προεδρία του συλλόγου εξελέγη ο 56χρονος εργολάβος οικοδομών Ζοζέπ Νούνιεζ, που υποσχέθηκε να κάνει την Μπάρτσα παγκόσμια δύναμη και οικονομικά αυτάρκη. Το 2000, όταν παρέδωσε την προεδρία στον Ζοάν Γκασπάρτ, είχε επιτύχει και τους δύο στόχους του. Η Μπαρτσελόνα με 7 πρωταθλήματα, 7 Κύπελλα, 5 σούπερ κύπελλα Ισπανίας, 1 Τσάμπιονς Λιγκ, 3 Κύπελλα Κυπελλούχων και 2 Ευρωπαϊκά Σουπερ – Καπ ήταν η ομάδα που ονειρεύονταν οι οπαδοί της.

Τη φανέλα της την περίοδο Νούνιεζ φόρεσαν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, όπως οι Σούστερ, Θουμπιθαρέτα, Γκουαρντιόλα, Μπακέρο, Λίνεκερ, Μπεγκιριστάιν, Γκοϊγκοετσέα, Χάτζι, Κούμαν, Λάουντρουπ, Ρομάριο, Στόιτσκοφ, Μαραντόνα, Φίγκο, Κλάιφερτ και Ριβάλντο. Πιο επιτυχημένος προπονητής ήταν ο παλιός της παίχτης Γιόχαν Κρόιφ με 11 τίτλους.

Μετά την παρένθεση Γκασπάρτ (2000 – 2003), η Μπαρτσελόνα ξαναβρέθηκε στο δρόμο των επιτυχιών, με πρόεδρο τον Ζοάν Λαπόρτα, προπονητή τον Φρανκ Ράικαρντ και παίκτες, όπως οι Ροναλντίνιο, Ανρί, Ντέκο, Ετό, Ζιουλί, Πουγιόλ Ινιέστα,Τσάβι και φυσικά ο κορυφαίος όλων Λιονέλ Μέσι.

Το 2008 ξεκίνησε η τετραετία των μεγάλων επιτυχιών και του «εξωπραγματικού» ποδοσφαίρου («ποδόσφαιρο playstation» ονομάστηκε) για την Μπαρτσελόνα, με προπονητή τον παλιό της παίχτη Πεπ Γκουαρντιόλα και μεγάλο αστέρι τον αργεντίνο Λιονέλ Μέσι. Έως τις 27 Απριλίου 2012, οπότε ολοκληρώθηκε η εποχή Γκουαρντιόλα στους «μπλαουγκράνα», η Μπαρτσελόνα κατέκτησε 14 από τους 19 τίτλους που διεκδίκησε.

Από τότε μέχρι και σήμερα η συλλογή τίτλων συνεχίζεται ασταμάτητα σε όλα τα επίπεδα, εγχώρια και διεθνή. Αποκορύφωμα αυτής της τελευταίας περιόδου το 2015, με την κατάκτηση του θρυλικού «τρεμπλ»+2 υπό την αρχηγία του ασύλληπτου Μέσι: UEFA Τσάμπιονς Λίγκ-Πρωτάθλημα & Κύπελλο Ισπανίας + UEFA Σούπερ Καπ & Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων. Το Πρωτάθλημα επίσης το 2013, 2016, 2018. Το Κύπελλο το 2016, 2017, 2018. To Σούπερ Καπ Ισπανίας το 2016, 2018.

Πηγή: sansimera.gr

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ: Τζάκομο Πουτσίνι (1924)

Ο Τζάκομο Πουτσίνι (Giacomo Antonio Domenico Michele Secondo Maria Puccini, 22 Δεκεμβρίου 1858 – 29 Νοεμβρίου 1924), ήταν Ιταλός συνθέτης.

Γεννήθηκε στην Ιταλία το 1858 Ήταν συνθέτης όπερας, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ιταλικού βερισμού. Καταγόταν από οικογένεια μουσικών. Σπούδασε σύνθεση και εκκλησιαστικό όργανο, πρώτα στη γενέτειρα του, Λούκα και μετά στο Μιλάνο.

 

Το 1893, είχε την πρώτη του επιτυχία με την θρυλική Όπερα «Τόσκα». Ακολούθησε η περίφημη και ιδιαίτερη ως προς το θέμα της «Μαντάμα Μπατερφλάι». Τέλος, ξεκίνησε να γράφει την «Τουραντό», την οποία άφησε ημιτελή και την συμπλήρωσε ο Φράνκο Αλφάνο. Δύο χρόνια μετά τον θάνατό του η όπερα ανέβηκε στην Σκάλα του Μιλάνου με μαέστρο τον φίλο του Αρτούρο Τοσκανίνι. Ο Τοσκανίνι αποφάσισε να διακόψει την παράσταση στο σημείο όπου είχε δουλευτεί από τον Πουτσίνι. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, διέκοψε το έργο, γύρισε στο κοινό και είπε «Σε αυτό το σημείο τελειώνει το έργο αφού πεθαίνει ο συνθέτης. Δυστυχώς, ο θάνατος υπερβαίνει την τέχνη». Ο Πουτσίνι έγραψε επίσης μια λειτουργία, έργα μουσικής δωματίου κ.α.

Τα έργα του χαρακτηρίζονται από εξαιρετική ενορχήστρωση, άμεσο λυρισμό και κυριαρχεί σε αυτά δραματική ατμόσφαιρα. Είναι από τα πιο δημοφιλή στο χώρο της όπερας.

Πέθανε στο Βέλγιο το 1924 από καρκίνο στον λάρυγγα. Μη μπορώντας να μιλήσει το τελευταίο διάστημα επικοινωνούσε με γραπτά μηνύματα. Το τελευταίο του ήταν προς την σύζυγό του Ελβίρα: «Elvira, povera donna, finito» (Ελβίρα, καημένη γυναίκα, όλα τέλειωσαν).

Πηγή: el.wikipedia.org

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *