Στιγμές από το Παρελθόν: 27η Νοεμβρίου

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ: «Πράκτορας της Ασφάλειας ο Ν. Πλουμπίδης» ανακοινώνει το ΚΚΕ (1952)

Το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και μία από πιο τραγικές φιγούρες του ελληνικού κομουνιστικού κινήματος Νίκος Πλουμπίδης, συλλαμβάνεται στις 25 Νοεμβρίου 1952, όντας ο επικεφαλής της παράνομης κομματικής οργάνωσης στο εσωτερικό. Δρούσε με το ψευδώνυμο «Μπάρμπας».

Δύο μέρες αργότερα, σαν σήμερα, με εντολή του εξόριστου γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη μεταδόθηκε από τον ραδιοσταθμό της «Ελεύθερης Ελλάδας», που έδρευε στο Βουκουρέστι, ανακοίνωση του κόμματος, με την οποία καταγγελλόταν ως πράκτορας της Ασφάλειας. Κατά την ανακοίνωση, ο Πλουμπίδης «είναι από 27ετίας πράκτορας της Ασφάλειας. Στη χιτλερική κατοχή και την περίοδο της αμερικανοκρατίας, ο προβοκάτορας Πλουμπίδης έκανε μεγάλη ζημιά στο λαϊκό κίνημα και το λαό μας. Ο Πλουμπίδης είναι βαμμένος θανάσιμος εχθρός του λαού. Τα στοιχεία που αφορούν τη χαφιέδικη πρακτορική δράση του θα δημοσιευτούν την κατάλληλη ώρα».

Το ΚΚΕ υποψιαζόταν τον Πλουμπίδη από τον Μάρτιο του 1952, όταν είχε δημοσιοποιηθεί επιστολή του, με την οποία προσφερόταν να παραδοθεί και να δικασθεί σε περίπτωση μετατροπής της θανατικής ποινής του Νίκου Μπελογιάννη και των συγκατηγορουμένων του. Το κόμμα είχε χαρακτηρίσει την επιστολή κατασκεύασμα της Ασφάλειας και τον Πλουμπίδη όργανό της.

Η δίκη του Νίκου Πλουμπίδη αρχίζει τον Ιούλιο του 1953 στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών, με την κατηγορία της κατασκοπίας, βάσει του Αναγκαστικού Νόμου 375/1936. Οι επιθέσεις του κόμματος εναντίον του συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση. Στις 27 Ιουλίου, ο ραδιοσταθμός της «Ελεύθερης Ελλάδας» τον κατηγόρησε ότι ήταν αυτός που πρόδωσε τον Μπελογιάννη.

Ο ίδιος υπέμεινε με καρτερία το προσωπικό του δράμα, δίνοντας δείγματα ακλόνητης αφοσίωσης στο κόμμα του. «Ο Ζαχαριάδης είναι ο αρχηγός του Κόμματός μου. Για να με πει πράκτορα θα έχει τους λόγους του. Εγώ μόνο σε Συνέδριο θα μπορούσα να ζητήσω διευκρινίσεις».

Στις 3 Αυγούστου 1953, καταδικάσθηκε «δις εις θάνατον». Σε θάνατο, αλλ’ ερήμην, καταδικάστηκαν και οι Νίκος Ζαχαριάδης, Γιώργος Βοντίτσιος (Γούσιας), Βασίλης Μπαρτζώτας κ.ά.

Αντίκρυσε τις πρώτες πρωινές ώρες της 14ης Αυγούστου 1954 το εκτελεστικό απόσπασμα. Γύρω στις 3:30 π.μ. οδηγήθηκε με χειροπέδες σε μια χαράδρα, κοντά στην Αγία Μαρίνα, στο Δαφνί, όπου πριν από την εκτέλεση διεμήφθη ο εξής διάλογος με τον Βασιλικό Επίτροπο του Στρατοδικείου (νυν εισαγγελέας):

Επίτροπος: Έχεις να εκφράσεις καμιά επιθυμία;
Πλουμπίδης: Θέλω μόνο να πω ότι υπήρξα τίμιος αγωνιστής.
Επίτροπος: Δεν έχεις δίκιο. Οι πράξεις σου δεν υπήρξαν τίμιες.
Πλουμπίδης: Αφήνω τίμιο όνομα με τον τρόπο μου.
Επίτροπος: Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις. Απευθύνεσαι προς άλλους, οι οποίοι, όμως, σε λάσπωσαν.
Πλουμπίδης: Δεν πειράζει. Ο Ζαχαριάδης είναι ο πραγματικός αρχηγός μου. Τον υπακούω και τώρα.

Εκτελέστηκε λίγο αργότερα με ακάλυπτα τα μάτια, ζητωκραυγάζοντας υπέρ του ΚΚΕ και τραγουδώντας τη «Διεθνή». Το ΚΚΕ συνέχισε να τον στοχοποιεί και μετά τον θάνατό του, όταν υποστήριζε από τα ερτζιανά ότι «ο Πλουμπίδης δεν πέθανε, αλλά μεταφέρθηκε στην Αμερική, όπου γεμίζει τις μέρες και τις τσέπες του με το πικρό αντίτιμο της προδοσίας». Το 1958, μετά την «αποσταλινοποίηση» και την εκπαραθύρωση του Νίκου Ζαχαριάδη από την ηγεσία του κόμματος, το ΚΚΕ αποκατέστησε τον Νίκο Πλουμπίδη.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ: Αλέκος Αλεξανδράκης (1928)

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης, (27 Νοεμβρίου 1928 – 8 Νοεμβρίου 2006) ήταν Έλληνας ηθοποιός, που διακρίθηκε στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη.Πρωταγωνίστησε σε δεκάδες ταινίες, κυρίως του εμπορικού κινηματογράφου που συνήθως είχαν πολύ μεγάλη εισπρακτική επιτυχία.

Ακαταμάχητος γόης, ο ορισμός του ζεν πρεμιέ, αλλά και με σκηνική παιδεία, πολυσύνθετος, καθώς μπορούσε να παίζει με την ίδια ευκολία ελαφρές κωμωδίες, φάρσες ή κλασικά δράματα, υψηλή αίσθηση του καλού γούστου, μα πάνω απ΄ όλα πρωταγωνιστής. Αυτοί είναι μερικοί απ΄ τους χαρακτηρισμούς που συνοδεύουν τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τον ηθοποιό που υπήρξε ένας από τους πιο ποθητούς άνδρες για τις συναδέλφους του και γενικότερα για το γυναικείο πληθυσμό.

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης, θα γινότανε σήμερα 90 ετών και θα συνομιλούσε με τον Μανώλη Γλέζο, τον άνθρωπο με τον οποίο -όντας φυλακισμένο- ήθελε «να κάνει Χριστούγεννα», όπως απάντησε όταν ρωτήθηκε σχετικά από δημοσιογράφο στις αρχές της δεκαετίας του ΄60, μια δήλωση που έκανε τρομερή αίσθηση και τον έβαλε σε μπελάδες, αν και ήταν γνωστός, «σταμπαρισμένος» απ΄ το σκληρό καθεστώς της εποχής, ως μαχητικός αριστερός. Θα μας μιλούσε ίσως για την νεορεαλιστική ταινία Συνοικία το όνειρο, την οποία σκηνοθέτησε και τον σημάδεψε, καθώς η λογοκρισία της εποχής, το καθεστώς που δεν σήκωνε μία γνήσια κοινωνική ταινία, του έκοψε τα φτερά και στέρησε πιθανότατα έναν πρωτοπόρο κινηματογραφιστή από την Ελλάδα.

Αυτή η υπόθεση «εξηγεί» τις ερμηνείες του Αλεξανδράκη τη χρυσή (και για τον ίδιο, με τεράστιες επιτυχίες στις πιο εμπορικές ταινίες) εποχή της δεκαετίας του ΄60, οι οποίες χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι παίζει ίσα-ίσα για να είναι επαρκής. Πολλές φορές φαίνεται ότι κάνει αγγαρεία, ότι δυσανασχετεί με αυτά που παίζει. Εύπεπτες κωμωδίες, ανούσια δράματα και μελό, ταινίες φανερά ή κατά βάθος συντηρητικές, μονοδιάστατες, χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις, που απλώς έκοβαν εισιτήρια και πρόσφεραν γέλιο ή κλάμα στον «λαουτζίκο».

Το όνειρο

Ας πάμε στις αρχές αυτής της δεκαετίας, στο 1961. Είναι η χρονιά που ο Αλεξανδράκης επιχείρησε να σκηνοθετήσει και να χρηματοδοτήσει τη Συνοικία το όνειρο, τη μοναδική του -τελικώς- ταινία. Ίσως την καλύτερη ταινία στην οποία πρωταγωνίστησε. Το σενάριο της οποίας υπέγραψαν ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης και ο συγγραφέα Κώστας Κοτζιάς, δύο γνωστοί κομμουνιστές και σκηνοθέτησε ο Αλεξανδράκης πάνω στα βήματα του κλασικού νεορεαλιστικού ιταλικού κινήματος. Παράλληλα, εδώ ο δημοφιλής πρωταγωνιστής πετάει από πάνω του τον χαρακτηρισμό του ζεν πρεμιέ και πολλά χρήματα που είχε μαζέψει από τις εμπορικές ταινίες και το θέατρο, αλλά και κάποιες οικονομίες της τότε συζύγου του, της ηθοποιού αλλά και γνωστής αριστερής διανοούμενης Αλίκης Γεωργούλη.

(Δεν είναι κεραυνός εν αιθρία αυτή του η απόφαση. Ο Αλεξανδράκης ήταν δηλωμένος αριστερός και γνωστός στις αρχές από τη δραστηριότητά του. Είχε πει ότι «στην κατοχή ήμουν 12 χρόνων παιδί και τότε κυριαρχούσε το ΕΑΜ και η ΕΠΟΝ. Είχα τρομερή δράση. Κάποια στιγμή έφυγα και για το βουνό». Είχαν ειδοποιήσει τους γονείς του ότι τον έψαχναν οι Γερμανοί. Ανέβηκε στο βουνό μέχρι την Απελευθέρωση. Παραμένει ενεργά πολιτικοποιημένος. Τα Χριστούγεννα του 1961, κάνει μια δήλωση, που γίνεται πρώτη είδηση. Όταν ερωτάται από εφημερίδα «με ποιον θα ήθελε να κάνει Χριστούγεννα», ο δημοφιλής πρωταγωνιστής απαντά ότι «θα ήθελα να έκανα Χριστούγεννα μαζί με τον Μανώλη Γλέζο. Και αναφέρω αυτόν, γιατί για μένα ο Γλέζος είναι ένα σύμβολο». Ο Γλέζος, ο οποίος τότε βρισκότανε στη φυλακή, καταδικασμένος για κατασκοπεία, μένει κι αυτός έκπληκτος με τη θαρραλέα δήλωση του Αλεξανδράκη.

Ο ηθοποιός συμμετείχε στην πρώτη Μαραθώνια πορεία πίσω από τον Γρηγόρη Λαμπράκη και μετά τη δολοφονία του ειρηνιστή πολιτικού, συνυπέγραψε την Ιδρυτική Διακήρυξη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Ο Αλεξανδράκης, παρότι είχε ασκήσει κριτική στην Αριστερά, αντιμετώπισε πολλά προβλήματα και στην περίοδο της επταετούς δικτατορίας, κατά τη διάρκεια της οποίας μπήκε στη μαύρη λίστα. Μάλιστα, πολλοί θιασάρχες δέχονταν απειλές για να μην τον πάρουν στο θέατρό τους. )

Στον Ασύρματο

Η ταινία γυρίστηκε, σε μια συνοικία στα Πετράλωνα, στον Ασύρματο, σε μια παραγκούπολη, μία από τις πολλές απ΄ αυτές που υπήρχαν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, που έβγαινε από τον εμφύλιο και προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της. Η μεταπολεμική φτώχεια, το τεράστιο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, οι υποδομές που ήταν μόνο για τους αστούς ή τους εύπορους, το αστυνομικό κράτος, η περιθωριοποίηση κοινωνικών στρωμάτων και φυσικά η ανεργία, ήταν μερικά από τα θέματα που έθιγε ο σκηνοθέτης, πάνω στο δυνατό σενάριο των Λειβαδίτη- Κοτζιά. Θέματα που ήταν μη αποδεκτά από το καθεστώς της εποχής, που ήθελε αφενός να περνάει την εικόνα μίας χώρας που βάδιζε κοντά στο «οικονομικό θαύμα» της Ιταλίας και αφετέρου να κόψει τη φόρα στην ανερχόμενη τότε ΕΔΑ.

Σκηνοθετικά ο Αλεξανδράκης βάδισε πάνω στον ιταλικό νεορεαλισμό. Προσεκτικά, με σεβασμό στους μεγάλους Ιταλούς δημιουργούς και δίνοντας τη δική του σκηνοθετική οπτική χωρίς να θέλει να κάνει επίδειξη ή να εντυπωσιάσει με εύκολες λύσεις. Στην ταινία πρωταγωνιστεί ο ίδιος, αφήνοντας την όψη του ζεν πρεμιέ και φτιάχνοντας έναν τραγικό ήρωα, που θέλει να πιάσει την καλή με κομπίνες, για να φέρει πίσω την κοπέλα που αγαπά, την οποία ερμηνεύει έξοχα η Αλίκη Γεωργούλη. Σε σημαντικούς ρόλους ο αξεπέραστος Μάνος Κατράκης, η συγκλονιστικά εύθραυστη Αλέκα Παΐζη, αλλά και οι Κώστας Μπαλαδήμας, Σαπφώ Νοταρά, Βάσος Ανδρονίδης κ.ά.

Η διεύθυνση φωτογραφίας ήταν του Δήμου Σακελλαρίου, τα σκηνικά του Τάσου Ζωγράφου, την υπέροχη μουσική έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης, ενώ ακούγονται και πασίγνωστα τραγούδια του, όπως το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», από τον αξεπέραστο Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Λογοκρισία και καταστροφή

Η ταινία λογοκρίθηκε άγρια από την κυβέρνηση της ΕΡΕ, κάτι που δεν δέχθηκε ο Αλεξανδράκης, με αποτέλεσμα να καταστραφεί οικονομικά τόσο ο ίδιος όσο και η Αλίκη Γεωργούλη, που είχε αναλάβει την επιμέλεια της παραγωγής και είχε διαθέσει όσα χρήματα είχε. Και οι δυο τους είχαν πιστέψει τόσο πολύ σε αυτή την ταινία και την απήχησή της στο κοινό, που δεν έκαναν οικονομίες στην παραγωγή, κάνοντας πολλά εξωτερικά γυρίσματα, χρησιμοποιώντας δεκάδες ηθοποιούς και συντελεστές, για την άρτια εκτέλεσή της. Σύμφωνα με τη Γεωργούλη, το κόστος της ταινίας άγγιξε το 1,5 εκατομμύριο δραχμές, όταν μία καλή παραγωγή τότε κόστιζε τα μισά.

Τελικά η κυβέρνηση επέτρεψε την προβολή της ταινίας μετά από παρέμβαση της εκδότριας Ελένης Βλάχου, αλλά οι εκτεταμένες παρεμβάσεις της λογοκρισίας την είχαν κάνει αγνώριστη. Ο Αλεξανδράκης είχε δηλώσει ότι «από τη στιγμή που κόπηκε, δεν με αφορά», αποκηρύσσοντας τη λογοκριμένη εκδοχή της. Πάντως, ακόμη και ως λογοκριμένη ταινία οι αρχές ασφαλείας έκαναν ότι μπορούσαν για να αποθαρρύνουν το κοινό να τη δει. Στην πρεμιέρα της, στο σινεμά Ράδιο Σίτυ, η αστυνομία έκοψε το ρεύμα, ενώ έξω απ΄ αυτό ασφαλίτες έκαναν προσαγωγές σε θεατές που έβγαιναν από το σινεμά.

Παρόλα αυτά η ταινία αποκόμισε θετικές κριτικές, ειδικά στο εξωτερικό, όπου χαιρετίστηκε ως γνήσιος λαϊκός κινηματογράφος, ενώ στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (τότε Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου) η ταινία κέρδισε το βραβείο καλύτερης φωτογραφίας και ο Μάνος Κατράκης το βραβείο Β΄ Ανδρικού Ρόλου.

Έτσι, μετά την κορυφαία περιπέτεια της ζωής του, ο Αλεξανδράκης ξαναγύρισε στα στούντιο της Φίνος Φιλμς πρωταγωνιστώντας σε κωμωδίες και δράματα, ταινίες χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις, παρότι ορισμένες απ΄ αυτές ήταν αξιόλογες παραγωγές στο πλαίσιο ενός ψυχαγωγικού και ανώδυνου σινεμά.

Μοναχικό τέλος

Η τελευταία στροφή της καλλιτεχνικής του πορείας θα συνοδευτεί με τη σχέση αγάπης και εκτίμησης που είχε με την ηθοποιό Νόνικα Γαληνέα, με την οποία θα μείνουν μαζί μέχρι το 1991 και ως θιασαρχικό ζευγάρι, συμπληρώνοντας σχεδόν 20 χρόνια χαράς και δημιουργίας.

Όταν η σχέση τους τέλειωσε, χωρίς θόρυβο ή δράματα, θα χωρίσουν και ο Αλεξανδράκης θα μείνει μόνος για το σκληρό τέλος μιας αξιοθαύμαστης ζωής. Μόνος χωρίς τις γυναίκες που λάτρεψε και κυρίως τον λάτρεψαν…

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ: Ευγένιος Ο’Νηλ (1953)

Ο Ευγένιος Ο’Νηλ (Eugene Gladstone O’Neill, Νέα Υόρκη, 16 Οκτωβρίου 1888 – Βοστώνη, 27 Νοεμβρίου 1953) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Αμερικανούς θεατρικούς συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Τέσσερα από τα θεατρικά του έργα τιμήθηκαν με Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ ο ίδιος τιμήθηκε με Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1936. Ήταν ο πρώτος αμερικανός δραματουργός που υιοθέτησε στο έργο του τις τεχνικές ρεαλισμού που είχαν χρησιμοποιήσει πριν από αυτόν ευρωπαίοι συγγραφείς όπως ο Άντον Τσέχωφ, ο Ερρίκος Ίψεν και ο Άουγκουστ Στρίντμπεργκ. Τα θεατρικά του ήταν από τα πρώτα που γράφτηκαν στην αμερικάνικη ιδιωματική διάλεκτο και πραγματεύονταν περιθωριοποιημένους χαρακτήρες που ενώ είναι βουτηγμένοι στη διαφθορά, πασχίζουν να διατηρήσουν όνειρα και φιλοδοξίες, φτάνοντας εν τέλει σε απόγνωση. Από τα έργα του ξεχωρίζουν τα: Πέρα από τον ορίζοντα, 1918 – Άννα Κρίστι, 1920 – Πόθοι κάτω από τις λεύκες, 1925 – Παράξενο Ιντερμέτζο, 1928 – Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα, 1931 – Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα, 1941.

Ο Ο’Νηλ γεννήθηκε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στην πλατεία Τάιμς, στο Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης. Ήταν γιος του ιρλανδικής καταγωγής ηθοποιού Τζέφρι Ο’Νηλ και της Μαίρη Έλεν Κουίνλαν. Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του στάλθηκε σε μικρή ηλικία σε οικοτροφείο, όπου βρήκε παρηγοριά στα βιβλία. Κάποιο καλοκαίρι εργάστηκε στην εφημερίδα New London Telegraph, γράφοντας ποιήματα σε κάποια της στήλη. Όταν τελείωσε το σχολείο γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, από όπου και τον απέβαλλαν, αναγκάζοντάς τον να στραφεί στη θάλασσα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στα καράβια ο Ο’Νηλ έπεσε σε βαριά κατάθλιψη και έπνιγε τον πόνο του στο αλκοόλ. Οι περιπλανήσεις του στη θάλασσα έληξαν το 1913 όταν νοσηλεύτηκε σε σανατόριο, καθώς είχε προσβληθεί από φυματίωση. Ενώ βρισκόταν στο σανατόριο αποφάσισε να ασχοληθεί με τη συγγραφή θεατρικών έργων.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 10, ο Ο’Νηλ συσχετίστηκε με πολλά μέλη της λόγιας σκηνής του Γκρίνουιτς Βίλατζ στο Μανχάταν και ιδιαίτερα με τον ιδρυτή του κομμουνιστικού εργατικού κόμματος της Αμερικής, Τζον Ριντ. Ο Ο’Νηλ είχε επίσης σύντομη ερωτική σχέση με τη σύζυγο του Ριντ, τη συγγραφέα Λουίζ Μπράιαντ. Αυτή την περίοδο της ζωής του Ο’Νηλ πραγματεύεται η ταινία του Γουόρεν Μπίτι, Οι Κόκκινοι (Reds, 1981), βασισμένη στη ζωή του Ριντ. Στη συγκεκριμένη ταινία στο ρόλο του Ο’Νηλ εμφανίζεται ο Τζακ Νίκολσον.

Στα μέσα του 1916, ο Ο’Νηλ πήγε στο Πρόβινσταουν της Μασαχουσέτης με ένα φορτηγό γεμάτο θεατρικά έργα. Η πρεμιέρα του μονόπρακτου έργου του Πλέοντας ανατολικά για το Κάρντιφ (Bound East for Cardiff) από τον τοπικό θίασο (Provincetown Players) έγινε, σύμφωνα με μαρτυρία της συγγραφέως Σούζαν Γκάσπελ, σε μια καλύβα ιδιοκτησίας του συζύγου της που βρισκόταν στην άκρη μιας προβλήτας.

(Στη φωτό, το θέατρο στο οποίο έγινε η πρεμιέρα του Πλέοντας ανατολικά για το Κάρντιφ.)

Οι ηθοποιοί του Πρόβινσταουν ερμήνευσαν πολλά από τα πρώιμα έργα του Ο’Νηλ σε συνοικιακά θέατρα του Πρόβινστάουν και του Γκρίνουιτς Βίλατζ του Μανχάταν. Έτσι ερασιτέχνες ηθοποιοί υποδύθηκαν πρώτοι τους χαρακτήρες των έργων του Ο’Νηλ, προτού ανακαλυφθούν από θεατρικούς παραγωγούς του Μπρόντγουέι. Για μερικά από τα πιο πετυχημένα του δράματα ο Ο’Νηλ άντλησε την έμπνευσή του από προσωπικά βιώματα.

Το 1920 έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ το Πέρα από τον ορίζοντα (Beyond the Horizon, 1918), που ήταν το πρώτο του έργο που δημοσιεύτηκε από εκδοτικό οίκο. Την ίδια περίοδο απεβίωσαν οι γονείς του, ο ένας μετά τον άλλο, καθώς και ο αδελφός του Τζέιμι, που πέθανε από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Παρά το γεγονός ότι κέρδισε βραβείο Πούλιτζερ για το Πέρα από τον ορίζοντα, η πρώτη του επιτυχία στο Μπρόντγουεϊ ήταν το Αυτοκράτορας Τζόουνς, με το οποίο σχολίασε εμμέσως την κατάληψη της Αϊτής από το τάγμα πεζοναυτών των ΗΠΑ. Ακολούθησαν τα έργα του: Άννα Κρίστι (Anna Christie, 1922) με το οποίο τιμήθηκε με δεύτερο βραβείο Πούλιτζερ, Πόθοι κάτω από τις λεύκες (Desire Under the Elms, 1924), Παράξενο Ιντερμέτζο (Strange Interlude, 1928), για το οποίο έλαβε το τρίτο του Πούλιτζερ και η τριλογία Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα (Mourning Becomes Electra, 1931), με επιρροές από την αρχαία ελληνική τραγωδία Ορέστεια. Οι επιρροές του από την αρχαία ελληνική τραγωδία είναι εμφανείς στα έργα Ο Λάζαρος γέλασε (Lazarus Laughed, 1925–26) και Ο μέγας θείος Μπράουν (The Great God Brown, 1926) στο οποίο οι ηθοποιοί εμφανίζονται με μάσκες. Το 1933 έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ η μοναδική του κωμωδία Ω, Ερημιά! (Ah, Wilderness!), στην οποία περιέγραφε μια εξιδανικευμένη παιδική ηλικία. Το 1936 τιμήθηκε με Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και έκανε μια παύση 10 χρόνων.

Περιπετειώδης «οικογενειακή» ζωή

Πρώτη σύζυγος του Ο’Νηλ ήταν η Καθλίν Τζένκινς, με την οποία υπήρξε παντρεμένος από το 1909 μέχρι και το 1912 και με την οποία απέκτησε τον πρώτο του γιο τον Ευγένιο (Γιουτζίν) το νεότερο. Το 1917 γνώρισε τη συγγραφέα Άγκνες Μπούλτον, με την οποία παντρεύτηκε ένα χρόνο αργότερα. Οι δυο τους απέκτησαν δυο παιδιά τον Σέιν και την Όονα. Το 1929 οι δυο τους χώρισαν όμως, αφότου ο Ο’Νηλ τους εγκατέλειψε για την ηθοποιό Καρλότα Μόντερεϊ. Ο Ο’Νηλ παντρεύτηκε τη Μόντερεϊ αμέσως μετά την έκδοση του διαζυγίου του από την Μπούλτον κι οι δυο τους πήγανε να ζήσουν στη Γαλλία. Τα πρώτα χρόνια η Μόντερεϊ είχε οργανώσει τη ζωή τους με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνει τον Ο’Νηλ στη συγγραφή, αργότερα όμως εθίστηκε στο βρωμιούχο κάλιο προκαλώντας δυσκολίες στον έγγαμο βίο. Οι δυο τους βρέθηκαν σε διάσταση πολλές φορές χωρίς να χωρίσουν ποτέ, καθώς είχαν μεγάλη ανάγκη ο ένας τον άλλο. Επέστρεψαν στην Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του 30 κι από το 1937 εώς το 1944, έζησαν στο Ντάνβιλ της Καλιφόρνια. Το σπίτι του Ο’Νηλ στην Καλιφόρνια, το Tao House, λειτουργεί σήμερα ως μουσείο.

Το 1943 αποκλήρωσε την κόρη του Όονα που παντρεύτηκε σε ηλικία 18 χρονών τον 36 χρόνια μεγαλύτερό της Τσάρλι Τσάπλιν. Οι δυο τους δεν ξαναειδώθηκαν ποτέ. Δεν είχε επίσης καλές σχέσεις με κανέναν από τους δυο γιους του. Ο Γιουτζίν ο νεώτερος, που ήταν εθισμένος στο αλκοόλ αυτοκτόνησε το 1950, ενώ ο δευτερότοκός του, ο Σέιν, έκανε χρήση ηρωίνης και αυτοκτόνησε το 1977.

Ασθένεια, Μάχη για συγγραφή και Θάνατος

Ύστερα από χρόνια πάλη με τον αλκοολισμό και την κατάθλιψη, ο Ο’Νηλ βρέθηκε αντιμέτωπος με συμπτώματα παρόμοια με εκείνα της νόσου του Πάρκινσον. Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του, του ήταν αδύνατο να γράψει και προσπάθησε να υπαγορεύει σε άλλους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Είχε ως όνειρο να γράψει μια σειρά θεατρικών που να παρουσίαζαν την αμερικανική οικογένεια από τις αρχές του 1800 μέχρι και τα μέσα του 1900. Από τα 11 θεατρικά που είχε προγραμματίσει να γράψει κατάφερε να ολοκληρώσει μόνο δυο: Το σημάδι του ποιητή (A Touch of the Poet, 1942) και More Stately Mansions. Ενώ η υγεία του χειροτέρευε ο Ο’Νηλ έχανε σιγά σιγά κάθε ενδιαφέρον για το εγχείρημα κι αποφάσισε να ολοκληρώσει τα αυτοβιογραφικά: Ο παγοπώλης έρχεται (The Iceman Cometh, 1946), Ένα φεγγάρι για τους καταραμένους (A Moon for the Misbegotten, 1943) -το οποίο θεωρήθηκε αποτυχημένο, και έλαβε την αναγνώριση που του αξίζει δεκαετίες αργότερα- και Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα (Long Day’s Journey Into Night). Το τελευταίο, το οποίο έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ 4 χρόνια μετά το θάνατό του, θεωρείται και το καλύτερό του έργο και βραβεύτηκε με βραβείο Πούλιτζερ. Τα υπόλοιπα ημιτελή του έργα καταστράφηκαν από τη σύζυγό του έπειτα από παράκλησή του.

Το 1953, ο Ο’Νηλ απεβίωσε στο δωμάτιο 401 του ξενοδοχείου Σέρατον στη Βοστώνη. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν:

Το ήξερα! Το ήξερα! Γεννήθηκα σε δωμάτιο ξενοδοχείου και ανάθεμά με, πεθαίνω σε δωμάτιο ξενοδοχείου.

Η αυτοψία που έγινε μετά το θάνατό του έδειξε ότι ο Ο’Νηλ δεν έπασχε από τη νόσο του Πάρκινσον, αλλά από εγκεφαλική ατροφία.

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *