Στιγμές από το Παρελθόν: 25η Νοεμβρίου

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ: Η Μάχη του Γοργοπόταμου

Η Μάχη του Γοργοποτάμου έγινε στις 25 Νοεμβρίου 1942 από αντιστασιακούς των οργανώσεων ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ, που συνεργάστηκαν υπό το συντονισμό Βρετανών πρακτόρων, εναντίον κυρίως ιταλικών και γερμανικών δυνάμεων που υπεράσπιζαν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή της γέφυρας, μια συμβολική επιτυχία της Αντίστασης που έδρασε ενωμένη. Ο στόχος της ήταν κυρίως ψυχολογικός και είχε συμβολική σημασία, αφού η μάχη του Ελ-Αλαμέιν είχε ήδη γίνει και η τύχη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Αφρική είχε πια καθοριστεί. Το 1982, με τον Νόμο 1285, η επέτειος της μάχης καθιερώθηκε ως ετήσιος πανελλαδικός εορτασμός της Εθνικής Αντίστασης.

Ο Γοργοπόταμος έχει συνδεθεί με την Εθνική Αντίσταση εναντίον των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής. Στις 25 Νοεμβρίου του 1942 ενωμένες αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα και του ΕΛΑΣ του Άρη Βελουχιώτη, με συντονισμό από Βρετανούς πράκτορες της οργάνωσης SOE, ανατίναξαν την σιδηροδρομική γέφυρα του Γοργοποτάμου. Στην επιχείρηση έλαβαν μέρος 86 αντάρτες του ΕΛΑΣ, 52 του ΕΔΕΣ και 14 Αγγλοι κομάντος, ενώ την γέφυρα υπερασπιζόταν μία φρουρά αποτελούμενη από εκατό Ιταλούς στρατιώτες και πέντε Γερμανούς, οι οποίοι διέθεταν βαρύ οπλισμό. Η επιχείρηση της γέφυρας του Γοργοποτάμου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πράξεις αντίστασης στην κατεχόμενη Ευρώπη την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η καταστροφή της γέφυρας ήταν ένας από τους τρεις πιθανούς στόχους της αποστολής Χάρλινγκ (Operation Harling), που είχε σχεδιαστεί από το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Ο στόχος ήταν μία από τις γέφυρες Παπαδιάς, Ασωπού ή Γοργοποτάμου. Για την αποστολή Harling έπεσαν με αλεξίπτωτα δύο ομάδες στα τέλη Σεπτεμβρίου και μία ομάδα τον Οκτώβριο. Ηγέτες της αποστολής ήταν ο συνταγματάρχης Έντι Μάγιερς και ο ταγματάρχης Κρις Γουντχάους, οι οποίοι ήλθαν σε επαφή πρώτα με τον ΕΛΑΣ και τον Άρη Βελουχιώτη και στη συνέχεια με τον ΕΔΕΣ και τον Ναπολέοντα Ζέρβα.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ: Αουγούστο Πινοσέτ (1915)

Ο Αουγούστο Πινοσέτ (Augusto José Ramón Pinochet Ugarte, 25 Νοεμβρίου 1915 – 10 Δεκεμβρίου 2006) ήταν στρατιωτικός και πολιτικός δικτάτορας της Χιλής (1973-1990). Αποφοίτησε από τη στρατιωτική ακαδημία του Γενικού Επιτελείου της Χιλής το 1951. Στο διάστημα από το 1956 έως το 1958, υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος της χώρας του στις ΗΠΑ. Το 1973 έγινε αρχηγός του στρατού. Κατέλαβε την εξουσία στις 11 Σεπτεμβρίου 1973 με στρατιωτικό πραξικόπημα ανατρέποντας την εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αγιέντε. Στις 27 Ιουνίου 1974 αυτοανακηρύχθηκε πρόεδρος και κατάργησε το σύνταγμα της χώρας. Στις 11 Μαρτίου 1990 όμως παραιτήθηκε από πρόεδρος αλλά κράτησε την θέση του ως αρχηγός των ένοπλων δυνάμεων. Το καθεστώς του Πινοσέτ κατάργησε τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες το λαού και μεθόδευσε την εξουδετέρωση των αντιπάλων του με τη χρήση ωμής βίας. Παρά τη στυγνή δικτατορία του, με δολοφονίες, μαζικές εκτοπίσεις και φυλακίσεις, μόνο από το 1983 και μετά ο χιλιανός λαός άρχισε να αντιδρά, κυρίως λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα. Το 1988, ύστερα από διεθνείς πιέσεις, διοργάνωσε δημοψήφισμα στο οποίο οι Χιλιανοί είπαν ΟΧΙ στην παραμονή του στην εξουσία, ωστόσο εκείνος ξεκαθάρισε ότι επρόκειτο να παραμείνει στην προεδρία της Χιλής μέχρι το 1990, ενώ παρέμεινε επικεφαλής του στρατού μέχρι και τις αρχές του 1998.

Ο αριθμός των θυμάτων της Χούντας

Τα θύματα της δικτατορίας του Πινοσέτ στη Χιλή είναι 9.800 περισσότερα από ό,τι πιστευόταν, με συνέπεια να ξεπερνούν συνολικά τα 40.000, σύμφωνα με την εξεταστική επιτροπή που φτιάχτηκε για αυτόν ειδικά τον λόγο στο Σαντιάγο. Οι αριθμοί αφορούν τους φυλακισθέντες και βασανισθέντες της 17χρονης χιλιανής χούντας (1973-1990), ενώ ο επίσημος αριθμός νεκρών και εξαφανισθέντων ανέρχεται σε 3.065.

Παρόλο που υποστήριξε την Αγγλία στο πόλεμο με την Αργεντινή, τον Οκτώβριο του 1998 συνελήφθη στο Λονδίνο, μετά από επίσκεψη του σε ιδιωτική κλινική με σκοπό να εγχειρισθεί. Η Ισπανία είχε εκδώσει διεθνές ένταλμα σύλληψης εις βάρος του με κατηγορίες για μαζικές δολοφονίες και βασανιστήρια των πολιτικών του αντιπάλων. Τελικά όμως η Αγγλία στις 2 Μαρτίου 2000 επέστρεψε τον Πινοσέτ στην Χιλή αντί να τον παραδώσει στην Ισπανία με δικαιολογία την κακή του υγεία. Στις αρχές του 2005 το ανώτατο δικαστήριο της Χιλής για τις ίδιες κατηγορίες τoν αθώωσε. Στις 23 Νοεμβρίου 2005 ο Πινοσέτ κατηγορούμενος για φορολογικές απάτες τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό. Στις 3 Δεκεμβρίου 2006 έπαθε καρδιακή προσβολή. Σε νοσοκομείο της πόλης του Σαντιάγο του έκαναν εγχείριση καρδιάς. Ο Α. Πινοσέτ πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου 2006, σε ηλικία 90 ετών.

Αξιοσημείωτο είναι ότι στην κηδεία του υπήρχαν δύο εξίσου μεγάλες νεκρώσιμες πομπές, μια με υποστηρικτές και μια με κατακριτές.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ: Φιντέλ Κάστρο (2016)

Ο Φιντέλ Αλεχάντρο Κάστρο Ρους (Fidel Alejandro Castro Ruz, 13 Αυγούστου 1926 – 25 Νοεμβρίου 2016) ήταν Κουβανός επαναστάτης & πολιτικός ο οποίος κυβέρνησε την Κούβα ως πρωθυπουργός από το 1959 έως το 1976 και στη συνέχεια ως πρόεδρος από το 1976 έως το 2008. Πολιτικά μαρξιστής-λενινιστής , υπηρέτησε επίσης ως ο πρώτος γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας από το 1965 έως το 2011.

Ο Κάστρο γεννήθηκε στο Μπιράν της επαρχίας Οριέντε στις 13 Αυγούστου 1926. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας και για κάποιο χρονικό διάστημα άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Από φοιτητής ακόμα αναμείχτηκε στα επαναστατικά κινήματα εναντίον της δικτατορίας του Μπατίστα. Στην εξέγερση του Σαντιάγκο (26 Ιουλίου 1953) ήταν από τους αρχηγούς στην επίθεση κατά των στρατιωτικών καταυλισμών, συνελήφθη όμως και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 ετών. Το 1955 αμνηστεύτηκε και κατέφυγε στις ΗΠΑ. Εκεί προσπάθησε να μυήσει στην επανάσταση τους εξόριστους Κουβανούς. Η αμερικάνικη κυβέρνηση όμως αντέδρασε κι έτσι ο Κάστρο διέφυγε στο Μεξικό. Από κει, με λίγους άντρες, αποβιβάστηκε στην Κούβα (2 Δεκεμβρίου 1956) και ανέβηκε στα βουνά.

Το επαναστατικό κίνημα πήρε μεγάλες διαστάσεις και οι αντάρτες, μετά από πολλές επιτυχίες, κατέλαβαν την 1η Ιανουαρίου 1959 την πρωτεύουσα Αβάνα. Ο Μπατίστα απέδρασε από την Κούβα και πρωθυπουργός ανέλαβε ο Φιντέλ Κάστρο (1959), αξίωμα το οποίο διατήρησε ως το 1976.

Η υποχώρηση του Σοβιετικού ηγέτη Νικίτα Χρουστσόφ στη μεγάλη κρίση της Κούβας τον Οκτώβριο του 1962 και η απομάκρυνση των σοβιετικών πυραύλων από το νησί προκάλεσε την οργή του Φιντέλ Κάστρο, με αποτέλεσμα να επέλθει ψυχρότητα στις σχέσεις Αβάνας-Μόσχας. Χρόνια αργότερα το ομολόγησε ο ίδιος ο ηγέτης της κουβανικής επανάστασης, στην εισήγησή του στο πρώτο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας: «Οι Κουβανοί δυσκολεύτηκαν τότε να καταλάβουν σ’ όλη της την έκταση την αξία αυτής της λύσης. Σήμερα όμως βλέπουμε αντικειμενικά ότι η κρίση του Οκτωβρίου του 1962 σήμαινε μια νίκη του επαναστατικού στρατοπέδου… Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέστησαν αργότερα πολεμικές βάσεις στην Κεντρική Αμερική και στη Φλόριδα για οργάνωση πειρατικών επιδρομών στις ακτές μας κι έγιναν πολλές τέτοιες επιδρομές, οι επιδρομές αυτές δεν αποτελούσαν παρά τα τελευταία χτυπήματα του τραυματισμένου αλλά ανίκανου αυτοκρατορικού γοήτρου».

Στα τέλη του Απριλίου του 1963 η Μόσχα έπεισε τον Φιντέλ να επισκεφτεί την Ε.Σ.Σ.Δ. Την 28η Απριλίου, η υποδοχή στη Μόσχα ήταν θριαμβευτική. Ο Νικίτα Χρουστσόφ και ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ, πρόεδρος του Ανωτάτου Σοβιέτ, υποδέχθηκαν τον Κάστρο στο αεροδρόμιο Βνούκοβο. Στη συνέχεια επιβιβάστηκαν σε ανοικτό αυτοκίνητο, επευφημούμενοι από εκατοντάδες χιλιάδες Μοσχοβίτες στην πορεία προς την Κόκκινη Πλατεία, όπου έλαβε χώρα κολοσσιαία συγκέντρωση προς τιμήν του Κάστρο. Την Πρωτομαγιά ο Κάστρο και ο Χρουστσόφ παρακολούθησαν την παραδοσιακή συγκέντρωση από το μαυσωλείο της Κόκκινης Πλατείας, χαιρετώντας τα πλήθη που επευφημούσαν τον Κουβανό ηγέτη. Περίπου 100.000 άνθρωποι κατέκλυσαν και το Στάδιο Λένιν, όπου ο Κάστρο παρακολούθησε ποδοσφαιρικό αγώνα, αν και το αθλητικό πάθος του ήταν το μπέιζμπολ, το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα του οποίου είχε εγκαινιάσει στην Αβάνα στις 13 Απριλίου, πριν ξεκινήσει για την Ε.Σ.Σ.Δ.

Το 1965 έγινε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας και το 1976 συγκέντρωσε στο πρόσωπό του τα αξιώματα του προέδρου του κράτους και του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων. Το 1991 επανεκλέχτηκε γενικός γραμματέας του κόμματος και το 1993, 1998 και 2003 το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων ανανέωσε για πέντε χρόνια την προεδρική του θητεία. Αναδείχτηκε σε ηγετική μορφή του Τρίτου Κόσμου και ανέπτυξε τους δεσμούς της χώρας του τόσο με αφρικανικές όσο και με ασιατικές χώρες. Το 1975 έστειλε στρατεύματα στην Ανγκόλα στο πλευρό του Λαϊκού Κινήματος για την Απελευθέρωση της Ανγκόλας και το 1978 στην Αιθιοπία για την αντιμετώπιση της εισβολής της Σομαλίας. Το γεγονός αυτό, καθώς και η βοήθεια που πρόσφερε στους Σαντινίστας της Νικαράγουας το 1979, επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις του με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1991 η ανατροπή των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης σήμαναν την απαρχή μεγάλων οικονομικών δυσκολιών για την Κούβα και ο Κάστρο αναγκάστηκε να κάνει ορισμένα ανοίγματα προς την κατεύθυνση της φιλελευθεροποίησης της κουβανικής οικονομίας. Τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο Λένιν (1961) και το χρυσό μετάλλιο Ζολιό-Κιουρί για την ειρήνη το 1972. Συνέγραψε πολιτικά έργα, τα νεότερα από τα οποία είναι Οκτωβριανή Επανάσταση και η Επανάσταση της Κούβας (1978), Φιντέλ (1987).

Ο ηγέτης της Κούβας, Φιντέλ Κάστρο, υποβλήθηκε σε εγχείρηση στο έντερο, καθώς έπασχε από καρκίνο, στο συγκεκριμένο σημείο, στις 31 Ιουλίου 2006 και μεταβίβασε προσωρινά την εξουσία στον αδελφό του, Ραούλ Κάστρο.

Στις 19 Φεβρουαρίου του 2008, έπειτα από μισό αιώνα στο τιμόνι της Κούβας, ο Κάστρο ανακοίνωσε την οριστική παραίτησή του.

Ο Φιντέλ Κάστρο πέθανε στην Αβάνα, σε ηλικία 90 ετών, στις 25 Νοεμβρίου 2016. Από το 2006, ταλαιπωρούνταν από πολλά προβλήματα υγείας.

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *