Ο ακροδεξιός τρόμος ξυπνά στο Κέμνιτς της Γερμανίας

Για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα τη Δευτέρα, ακροδεξιοί και νεοναζί κατέλαβαν τους δρόμους της πόλης Κέμνιτς στην ανατολική Γερμανία. Η γερμανική αστυνομία απέτυχε να τους σταματήσει ενώ κατέστρεφαν την πόλη κι επιτίθεντο σε μετανάστες, αντιφασίστες, ακόμη και δημοσιογράφους. (Αναδημοσίευση από tvxs.gr)

Ένας νεοναζί ετοιμάζεται να επιτεθεί. Ουρλιάζει και κάνει νοήματα προς τους υπόλοιπους να τον ακολουθήσουν. Με μια ομάδα περίπου δώδεκα ατόμων ανεβαίνουν τις σκάλες του Σταντχάλε, έναν χώρο εκδηλώσεων στην καρδιά του Κέμνιτς. Εκεί στέκονται καμεραμέν, απλοί θεατές αλλά και αντιφασίστες. Δεν βλέπουν την ομάδα των νεοναζί να έρχεται. Ένας από τους επιτιθέμενους πιάνει έναν νεαρό άντρα από πίσω. Τον ρίχνει στο έδαφος και τον χτυπά. Ξανά και ξανά. Μόνο τότε εμφανίζονται τέσσερις αστυνομικοί και απωθούν τους ακροδεξιούς.

Το Κέμνιτς είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη στο κρατίδιο της Σαξονίας. Η πόλη συγκλονίζεται επί δυο ημέρες από ταραχές που τροφοδοτούνται από ξενοφοβικό μίσος. Τη Δευτέρα πάνω από 1000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν για την ακροδεξιά βία που εξαπολύθηκε την Κυριακή. Λίγο αργότερα αρκετές χιλιάδες ακροδεξιών συγκεντρώθηκαν κοντά στο εμβληματικό μνημείο του Καρλ Μαρξ στην πόλη.

Τις δυο αντίπαλες πλευρές χώριζαν μόνο ένας δρόμος και ελάχιστοι αστυνομικοί. Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη και όταν νύχτωσε ξέσπασαν βίαια επεισόδια με αρκετούς τραυματισμούς. Λίγες ώρες αργότερα η αστυνομία απολογήθηκε για τα επεισόδια λέγοντας ότι είχε υποτιμήσει τον αριθμό των ανθρώπων που συμμετείχαν στις συγκεντρώσεις.

Ωστόσο, με δεδομένα τα όσα διαδραματίστηκαν στην πόλη, την Κυριακή, δηλαδή μόλις μια ημέρα νωρίτερα, η δικαιολογία αυτή δεν είναι καθόλου πειστική. Νωρίς το πρωί της Κυριακής, ο 35χρονος Ντάνιελ Χ. μαχαιρώθηκε σε ένα φεστιβάλ στο κέντρο της πόλης. Αμέσως μετά το περιστατικό τα ακροδεξιά και δεξιά σάιτ και social media άρχισαν να διαδίδουν ότι οι δράστες ήταν μετανάστες. Αργότερα έγινε γνωστό ότι η αστυνομία συνέλαβε δυο αλλοδαπούς.

Αμέσως ένας ακροδεξιός όχλος βγήκε στους δρόμους κυνηγώντας ανθρώπους. Η αστυνομία στην αρχή επιχείρησε με δυο σχετικά μικρές μονάδες να επιβάλει την τάξη και απέτυχε παταγωδώς. Ο αρχηγός της αστυνομίας του Κέμνιτς υποσχέθηκε τη Δευτέρα το απόγευμα ότι αυτό δεν θα συνέβαινε ξανά αλλά συνέβη.

Μόλις λίγες ώρες αργότερα οι ακροδεξιοί βγήκαν ξανά στους δρόμους. Ανάμεσά τους βρισκόταν ο 31χρονος Μαρσέλ που πρόσφατα είχε πρωταγωνιστήσει σε επεισόδιο με ξυλοδαρμό δυο άντρών που «μιλούσαν σπαστά γερμανικά». Ήταν με τη φίλη του και όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, οι δυο άντρες τους πλησίασαν, προσέβαλαν την κοπέλα και έφτυσαν τον ίδιο. Τότε εκείνος χτύπησε τον έναν από τους δυο στο πρόσωπο. Όταν η αστυνομία έφτασε στο σημείο, δεν συνέλαβε τον Μαρσέλ αλλά τον άντρα που ήταν τραυματισμένος. Ο Μαρσέλ δήλωσε ότι αυτό δεν τον εκπλήσσει. «Έχω δυο φίλους που είναι αστυνομικοί. Η αστυνομία εδώ ξέρει πώς να αντιμετωπίσει τέτοιες καταστάσεις», είπε σύμφωνα με το Spiegel.

Στις 20:00 το βράδυ ξεσπούν και πάλι επεισόδια. Αρκετές εκατοντάδες ακροδεξιοί αρχίζουν να σπρώχνουν το μπλόκο της αστυνομίας. Ένα πυροτέχνημα εκτοξεύεται στην απέναντι πλευρά, προς την αντιφασιστική συγκέντρωση. Ακολουθούν μπουκάλια που πέφτουν μέσα στο πλήθος. Ακολουθεί μια φωτοβολίδα και οι αστυνομικοί σπεύδουν να φύγουν από την μέση. Τα επεισόδια γενικεύονται. Είναι μια στιγμή που δεν μπορούν να εγγυηθούν ούτε καν τη δική τους ασφάλεια. Στη συνέχεια αρχίζουν να σπρώχνουν το πλήθος προς τα πίσω προσπαθώντας απλώς να μην λάβουν μεγαλύτερη έκταση οι συγκρούσεις.

Μετά την απώθησή τους, οι ακροδεξιοί αρχίζουν να κινούνται μέσα στην πόλη φωνάζοντας: «Η Γερμανία στους Γερμανούς». Πολλοί χαιρετούν ναζιστικά, πράγμα παράνομο στη Γερμανία. Τους παρακολουθούν μόνο μικρές ομάδες της αστυνομίας. Στους ασύρματους ακούγεται η πληροφορία ότι ξηλώνουν πέτρες από τα πεζοδρόμια. Επιτίθενται λεκτικά σε δημοσιογράφους, κυνηγούν αντιφασίστες και επιτίθενται σε μια μια αριστερή κατάληψη. Τουλάχιστον δυο άνθρωποι τραυματίζονται. Λίγο αργότερα η αστυνομία του Κέμνιτς εκδίδει μια ανακοίνωση στην οποία αναφέρει ότι «δεν υπήρχαν αρκετοί άντρες διαθέσιμοι» την ώρα των επεισοδίων.

Η γερμανική κυβέρνηση και η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ καταδίκασαν τα επεισόδια αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Το ακροδεξιό μίσος ανθεί. Τα παραπάνω συνέβησαν σε μια πόλη, όπου οι αλλοδαποί αποτελούσαν μόλις το 7,6% του πληθυσμού στις αρχές του 2018, ενώ οι πρόσφυγες ήταν μόλις 2,41%. Κι όμως οι ακροδεξιοί κατηγορούν αυτούς αντί για τις πολιτικές που οδηγούν στην κοινωνική και οικονομική ανισότητα και τη φτώχεια.

 

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *