Ερωτήσεις – απαντήσεις για τις αλλαγές που φέρνει ο Κλεισθένης Ι στα καθήκοντα των υπαλλήλων

Απαντήσεις σε ερωτήσεις που τίθενται σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 203-207 του Ν. 4555/18 (Κλεισθένης Ι) αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών:

  1. Συντάκτης μπορεί να είναι και ο Προϊστάμενος εκκαθάρισης ή αυτός απαλλάσσεται από τη σύνταξη και την ηλεκτρονική δημιουργία εντάλματος;

Εάν σε κάποιο δήμο ο προϊστάμενος του Τμήματος εκκαθάρισης και εντολής των δαπανών ασχολείται με τη σύνταξη και την έκδοση των πράξεων εκκαθάρισης και των χρηματικών ενταλμάτων, μπορεί να συνυπογράψει ως συντάκτης, δηλαδή με την ιδιότητα υπό την οποία εμπλέκεται στη διαδικασία εκκαθάρισης και εντολής των δαπανών, εφόσον όμως υπάρχει στο δήμο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών, ο οποίος έχει διατηρήσει την αρμοδιότητα υπογραφής και δεν την έχει εκχωρήσει στον ανωτέρω προϊστάμενο του Τμήματος.

 

  1. Ο Συντάκτης καθίσταται συνυπεύθυνος υπόλογος εκκαθάρισης με τα προϊστάμενα πρόσωπα; (Προϊστάμενος Λογιστηρίου, Π.Ο.Υ.)

Όλα τα πρόσωπα που υπογράφουν τις πράξεις εκκαθάρισης και τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής, έχουν -σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου- την ιδιότητα του δημοσίου υπολόγου (άρθρο 150 ν.4270/2014, άρθρο 44 ν.4129/2013) και συνεπώς υπόκεινται σε καταλογισμό, είτε κατέχουν θέση προϊσταμένου είτε όχι. Αυτό συνέβαινε και πριν από τη δημοσίευση του ν.4555/2018, όταν ο συντάκτης -παρ’ όλο που δεν ήταν εκ του νόμου υποχρεωτικό- υπέγραφε τις πράξεις εκκαθάρισης και τα χρηματικά εντάλματα (ΕΣ Κλιμ. Β΄ 91/2011, 427/2010, 334/2010, 226/2010).

 

  1. Σε περίπτωση εντοπισμού ελλείψεων ή παρατυπιών στις διαδικασίες και στα δικαιολογητικά ενταλματοποίησης κατά τη σύνταξη των σχετικών πράξεων ο συντάκτης με ποια διαδικασία λειτουργεί; Υπογράφει και αναφέρει (γραπτώς ή προφορικώς), ή δεν υπογράφει και προχωρά σε πράξη αντίρρησης με την διαδικασία της «Εντολής ανωτέρου»;

Έγγραφη άρνηση υπογραφής προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία μόνο για τον προϊστάμενο οικονομικών υπηρεσιών (άρθρα 26 παρ. 1 ν.4270/2014, 4 παρ. 1γ πδ 80/2016, 22 παρ. 4 β.δ/τος 17/05-15/06/1959, άρθρο 204 παρ. 2 ν.4555/2018).

Εάν ο συντάκτης του χρηματικού εντάλματος διαφωνεί για την έκδοσή του, επειδή θεωρεί ότι υφίστανται λόγοι μη νομιμότητας ή μη κανονικότητας της δαπάνης, οφείλει να διατυπώσει εγγράφως τη διαφωνία του προς τον προϊστάμενό του, όπως ορίζεται στο άρθρο 32 του ν.3584/2007. Η προ της υπογραφής γραπτή διαφωνία του συντάκτη απαλλάσσει αυτόν της ευθύνης (άρθρο 32 παρ. 4 ν.3584/2007), χωρίς να απαιτείται, μετά τη διαφωνία, ειδική εντολή για να προβεί στην έκδοση και υπογραφή του εντάλματος.

 

  1. Σε περίπτωση απουσίας του συντάκτη ποιος τον αναπληρώνει ως υπογράφων, ειδικά αν δεν επαρκούν αριθμητικά οι υπάλληλοι του εκάστοτε τμήματος; (πχ, μικρομεσαίοι δήμοι έχουν δημιουργημένα τμήματα με δυναμικό ενός προϊσταμένου και ενός οι δύο υπαλλήλων).

Τα καθήκοντα που ανατίθενται στον υπάλληλο, δεν παύουν να ασκούνται όταν αυτός απουσιάζει. Εάν απουσιάζει ο συντάκτης των ενταλμάτων, αναπληρώνεται υποχρεωτικά στα καθήκοντά του από άλλον υπάλληλο, ο οποίος και υπογράφει στη θέση του απόντος, εφόσον βεβαίως υπάρχει διαθέσιμο προσωπικό και δεν τίθεται ζήτημα νομιμότητας περί του ασυμβίβαστου.

 

  1. Σε περίπτωση απουσίας του Προϊσταμένου Λογιστηρίου, ποιος τον αναπληρώνει ως υπογράφων, ειδικά αν ο συντάκτης είναι ταυτόχρονα και ο επόμενος ιεραρχικά υπάλληλος του τμήματος που τον αναπληρώνει με αυτήν την ιδιότητα;

Εάν ο προϊστάμενος του Τμήματος έχει εξουσιοδοτηθεί να υπογράφει αντί του προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών και απουσιάζει, τότε -σε περίπτωση που η παρασχεθείσα εξουσιοδότηση δεν καλύπτει και τον εκάστοτε αναπληρωτή του εξουσιοδοτούμενου-, είτε υπογράφει ο ίδιος ο ΠΟΥ, είτε εκδίδει νέα εξουσιοδότηση προς τον αναπληρωτή του προϊσταμένου του Τμήματος. Εάν ο αναπληρωτής είχε την ιδιότητα του συντάκτη και κατά τη διάρκεια της αναπλήρωσης έχει εξουσιοδοτηθεί να υπογράφει με τη νέα του ιδιότητα, θα ασκεί τα καθήκοντα του συντάκτη άλλος υπάλληλος.

 

  1. Όσον αφορά τους Διατάκτες των ΟΤΑ Α Βαθμού και τα αναφερόμενα στο άρθρο 203 του ν.4555/2018, προκύπτει ερώτημα για τον προσδιορισμό των Εξειδικευμένων πιστώσεων με βάση το αναλυτικότερο δυνατό επίπεδο κωδικοποίησης του προϋπολογισμού, δεδομένου του ότι αυτές, όπως αναφέρει το σχετικό άρθρο, απαιτούν έγκριση και διάθεση από το Δ.Σ..

Το δημοτικό συμβούλιο δεν διαθέτει πιστώσεις σε καμία περίπτωση, μπορεί όμως να χρειασθεί να εξειδικεύσει μια πίστωση, εάν αυτή δεν είναι επαρκώς εξειδικευμένη. Ως προς την έννοια της εξειδικευμένης πίστωσης σημειώνονται τα ακόλουθα:

Κατ’ αρχήν, όλες οι πιστώσεις του προϋπολογισμού είναι ειδικευμένες και η εξειδίκευση αυτή επιτυγχάνεται με την ταξινόμησή τους σε καθορισμένους εκ των προτέρων αναλυτικούς κωδικούς αριθμούς (άρθρο 51 παρ. 2 περίπτ. α΄ ν.4270/2014).

Υπάρχουν όμως περιπτώσεις πιστώσεων, για τις οποίες το δημοτικό συμβούλιο δεν έχει εξαντλήσει την αποφασιστική του αρμοδιότητα κατά την έγκριση του προϋπολογισμού και πρέπει πριν από την πραγματοποίηση της δαπάνης να επανέλθει με χωριστή απόφαση, διότι η έκδοση της απόφασης αυτής προβλέπεται από διατάξεις που δεν έχ