«Ιταλική κρίση» ή υπαρξιακή κρίση της Ε.Ε.; – Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Το να σχολιάσει κανείς την αντίδραση του ευρωπαϊκού ιερατείου στις ιταλικές εξελίξεις είναι σαν να κλέβει εκκλησία. Και χειρότερα: σαν να κλέβει άπορο στα σκαλιά της εκκλησίας.

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου, από την Αυγή

Το να σχολιάσει κανείς την αντίδραση του ευρωπαϊκού ιερατείου στις ιταλικές εξελίξεις είναι σαν να κλέβει εκκλησία. Και χειρότερα: σαν να κλέβει άπορο στα σκαλιά της εκκλησίας.

Αδίκως ο αμετροεπής Γερμανός επίτροπος Γκίντερ Έτινγκερ υποχρεώθηκε σε συγγνώμη. Η αρχική του δήλωση ότι «οι αγορές θα μάθουν τους Ιταλούς να ψηφίζουν σωστά» απηχεί όχι απλώς τη βαθιά αντίληψη των προσώπων που συγκροτούν την ευρωπαϊκή ηγεσία, αλλά την εκ φύσεως προβληματική σχέση του θεσμικού οικοδομήματος Ε.Ε. – Ευρωζώνης με τη δημοκρατική διαδικασία. Μικρή σημασία έχει αν Γιούνκερ, Ταγιάνι και Τουσκ αποδοκίμασαν τη δήλωση διακηρύσσοντας με στόμφο ότι «δεν αποφασίζουν οι αγορές το μέλλον της δημοκρατίας». Κι ελάχιστη σημασία έχει αν, τελικώς, οι αγορές και οι κρυφοί και φανεροί υποβολείς τους επέβαλαν τη γραμμή τους, αρχικά με την εναλλακτική της τεχνοκρατικής κυβέρνησης, και τελικά με τη συμφωνία Λέγκας – 5 Αστέρων να σχηματίσουν κυβέρνηση, με τον «ευρωσκεπτικιστή» κ. Σαβένα -πέτρα του σκανδάλου και ένοχο εγκλήματος καθοσιώσεως κατά του ευρώ- όχι σε ρόλο υπουργού Οικονομικών, αλλά Ευρωπαϊκών Υποθέσεων. Βεβαίως, η τοποθέτηση σ’ αυτό το πόστο μοιάζει με καψώνι του ακροδεξιόστροφου κυβερνητικού συνασπισμού τόσο εις βάρος του Ιταλού Προέδρου, που έθεσε βέτο, όσο και του ευρωιερατείου που το ενθάρρυνε. Ένας «ευρωσκεπτικιστής» υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων μπορεί να μην «πυροβολήσει» απευθείας το ευρώ, αλλά να παζαρέψει αναθεώρηση των κανόνων διακυβέρνησής του. Δηλαδή του «ηλίθιου Συμφώνου Σταθερότητας», κατά τη διατύπωση του διόλου «ευρωσκεπτικιστή» πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας και της Κομισιόν, του Ρομάνο Πρόντι.

Το τελευταίο ιταλικό επεισόδιο περιγράφηκε από τα διεθνή ΜΜΕ ως «πολιτική κρίση στην Ιταλία». Αλλά αυτό είναι ένα διαρκές χαρακτηριστικό του μεγάλου ασθενούς της Ε.Ε., οπότε το επεισόδιο πρέπει να ενταχθεί στο σίριαλ «θεσμική κρίση της Ευρωζώνης». Πρακτικά, πρόκειται για το τρίτο κατά σειρά θεσμικό «πραξικόπημα» στην Ιταλία υπό την αιγίδα των Βρυξελλών μετά την «τεχνοκρατική» κυβέρνηση Μόντι και την εμφύτευση του αποθεωμένου «μεταρρυθμιστή» Ρέντζι στην πρωθυπουργία χωρίς βουλευτικές εκλογές. Και είναι η πολλοστή φορά από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που το βαθύ υπερκράτος των Βρυξελλών δυσφορεί, εκβιάζει ή τιμωρεί τις επιλογές των πολιτών στις χώρες μέλη της Ε.Ε. Υποθέτω ότι δεν είμαστε τόσο λωτοφάγοι ώστε να έχουμε ξεχάσει τις κραυγαλέες «εισβολές» της ευρωπαϊκής ηγεσίας στη λαϊκή ετυμηγορία, με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα του 2015. Και τότε οι αγορές, ως υπερευαίσθητος ταχογράφος του χρέους, ήταν το βολικό πρόσχημα του εκβιασμού.

Ίσως κάποιους τους μπερδεύει το γεγονός ότι οι Βρυξέλλες και η Φρανκφούρτη (και στο βάθος το Βερολίνο) έχουν αυτή τη φορά απέναντί τους έναν ακροδεξιάς κοπής «ευρωσκεπτικισμό», όπως παλιότερα τον ακροδεξιό Όρμπαν της Ουγγαρίας ή τις αντιδραστικές «μεταρρυθμίσεις» της εθνικιστικής κυβέρνησης της Πολωνίας. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι να διακρίνουμε τα καλά από τα κακά πολιτικά «πραξικοπήματα», τις αποδεκτές από τις απαράδεκτες πολιτικές επεμβάσεις του ιερατείου ανάλογα με το αν έχουν απέναντί τους μια αντιδραστική ή μια προοδευτική κυβέρνηση. Το πρόβλημα είναι ότι στον θεσμικό πυρήνα της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης είναι εδραιωμένη η διαρκής ένταση ανάμεσα στην κρατική κυριαρχία, που βασίζεται στη λαϊκή ετυμηγορία -όσο στρεβλά κι αν αυτή εκφράζεται- και στην οιονεί ευρωπαϊκή κυριαρχία, η οποία όμως δεν έχει πραγματική δημοκρατική νομιμοποίηση. Κι όταν αυτή η «ευρωπαϊκή κυριαρχία» ασκείται διά της διορισμένης Κομισιόν, που αποφαίνεται ότι ήταν παράνομο το δημοψήφισμα στην Καταλωνία ή δια της «ανεξάρτητης» ΕΚΤ, που τιμωρεί με capital control τους Έλληνες πολίτες για την αποκοτιά τους, ασκείται εις βάρος κάθε ιδιαίτερης λαϊκής κυριαρχίας.

Η μόνη περίπτωση να λειτουργεί συμβατά με τη δημοκρατία το αντιφατικό σύστημα διπλής κυριαρχίας είναι, με κάποιο μαγικό τρόπο, να προκύπτουν πολιτικά και ιδεολογικά ομοιογενείς λαϊκές ετυμηγορίες και στις 28 χώρες – μέλη της Ε.Ε. Ταυτόχρονα και κάθε στιγμή του πολιτικού κύκλου.

Τελικά, αυτό που η ευρωπαϊκή ελίτ αποκαλεί «ευρωσκεπτικισμό» και αντιμετωπίζει ως απεχθή μολυσματική νόσο δεν είναι παρά το αποτύπωμα της δικής της θεσμικής κρίσης. Της αδυναμίας της να υπερβεί την αντίφαση της διπλής κυριαρχίας χωρίς να συγκρούεται με κάθε «ανεπιθύμητη» δημοκρατική έκφραση των πολιτών. Προς το παρόν, το πρόβλημα το λύνει η σιδερένια γερμανική φτέρνα. Αλλά για πόσο ακόμη;

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *