Από το Αρμπίλ στη Νέα Χαλκηδόνα – οικοδομώντας μια νέα ζωή στην πόλη μας

Ποιοι είναι οι άνθρωποι που φιλοξενούνται στις κατοικίες που νοικιάστηκαν από τον Δήμο; Τι τους έφερε εδώ; Τι θέλουν για το μέλλον τους; Αυτό επιδιώξαμε να μάθουμε μιλώντας με μια οικογένεια Κούρδων προσφύγων, που κατοικούν εδώ και δυο μήνες στη Νέα Χαλκηδόνα στο πλαίσιο του προγράμματος στέγασης προσφύγων που υλοποιεί η Κοινωφελής Επιχείρηση του Δήμου Ν. Φιλαδέλφειας – Ν. Χαλκηδόνας σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ.

Πρόκειται για τον Σάμι, την σύζυγό του και τα δυο τους παιδιά. Πώς νιώθουν; Το εκφράζει με τον πιο απλό τρόπο η σύζυγος: «Το όνειρό μου είναι να έχω ένα ωραίο σπίτι και το σπίτι που μένουμε είναι πάρα πολύ ωραίο. Δεν έχουμε κάποια προβλήματα». Και η μικρή τους κόρη δείχνει ενθουσιασμένη με την νέα της ζωή: «Στο Κουρδιστάν δεν είναι έτσι…» μας λέει. Αλλά και ο «αρχηγός» της οικογένειας ο Σάμι δείχνει να θέλει να ξεχάσει τις δυσκολίες που πέρασε για να φθάσει εδώ: «Κάθε αλλαγή είναι γεμάτη δυσκολίες», αρκέστηκε να πει όταν του ζητήσαμε να μας αναφέρει δυσάρεστες καταστάσεις που έζησαν στην πορεία για να φθάσουν εδώ.

«Στη χώρα μου δεν υπάρχει δημοκρατία»

Από το Αρμπίλ, την πρωτεύουσα του ημιαυτόνομου Ιρακινού Κουρδιστάν, η οικογένεια του Σάμι ξεκίνησε τον περασμένο Σεπτέμβριο για να καταλήξει στη χώρα μας. Με σοβαρά προβλήματα υγείας ο ίδιος, ύστερα από ένα εγκεφαλικό που είχε περάσει πριν από 8 χρόνια, αλλά και με προβλήματα υγείας η σύζυγός του, πήραν τα δυο παιδιά τους και ξεκίνησαν το μακρύ ταξίδι της προσφυγιάς…

«Αγαπώ τη χώρα μου και δεν την αλλάζω με καμιά άλλη στον κόσμο», μας λέει εξαρχής ο Σάμι, κάτι που επανέλαβε αρκετές φορές στη διάρκεια της συζήτησής μας, θέλοντας να υπογραμμίσει ότι η ανάγκη τον έσπρωξε να φύγει:

«Στη χώρα μου δεν υπάρχει δημοκρατία, κανείς δεν είναι ελεύθερος να πει αυτά που θέλει να πει. Σε χώρες όπου λειτουργεί η δημοκρατία μπορεί κάποιος να συμμετέχει σε μια διαδήλωση, στη χώρα μου σου απαντάνε με σφαίρες». Ο Σάμι δίνει τη δική του περιγραφή, για μια περιοχή που εδώ και σχεδόν τριάντα χρόνια βιώνει πολεμικές αντιπαραθέσεις:

«Σκέφτομαι ότι η χώρα μου έτσι όπως είναι τώρα είναι σαν δικτατορία. Ο πρόεδρος που έχουμε τώρα είναι σαν δικτάτορας. Σε όλο τον κόσμο ένας πρόεδρος βγαίνει για 8-10 χρόνια. Σε εμάς ο πρόεδρος είναι στην «καρέκλα» από το 1991. Πριν κάποια χρόνια -δεν θυμάμαι ακριβώς πόσα- είπε στη Βουλή ότι θα αφήσει την προεδρία. Οι βουλευτές που βρίσκονταν στη Βουλή από άλλα κόμματα, όπως η Πατριωτική Ένωση, δεν συμμετέχουν. Το κόμμα που κυβερνά σκοτώνει δημοσιογράφους, δασκάλους, κανένας δεν μπορεί να πει κάτι στον πρόεδρο.

Κάναμε την επανάσταση το 1991, γιατί ο Σαντάμ ήταν δικτάτορας, έκανε πολλά κακά πράγματα, έριξε χημικά και ο κόσμος ήθελε να βγει μια άλλη κυβέρνηση. Σκέφτομαι ότι θα ήταν καλύτερα να κυβερνούσε το κόμμα του Σαντάμ. Ένας φίλος μου που υπηρετούσε στους Πεσμεργκά (σ.σ. ο στρατός στην περιοχή του αυτονομημένου Κουρδιστάν), ανάπηρος και από τα δυο πόδια, ζει με ένα ελάχιστο ποσόν που του δίνουν κάθε 60 ημέρες.

Στο Αρμπίλ δεν έχω δει να γίνει μια διαδήλωση ποτέ. Σε άλλες περιοχές που ελέγχει η Πατριωτική Ένωση γίνονται διαδηλώσεις κάθε εβδομάδα. Αν γίνεται μια διαδήλωση ο κόσμος ξέρει τι θα γίνει στο μέλλον του».

«Αν δεν ένιωθα απειλή δεν θα έμπαινα ποτέ στη θάλασσα»

Η οικογένεια του Σάμι ακολούθησε μια διαδρομή εκατοντάδων χιλιομέτρων μέχρι να καταλήξει στη χώρα μας. Ο ίδιος περιγράφει απλά, χωρίς λεπτομέρειες, μια περιπέτεια που για μας που την ακούμε φαντάζει Γολγοθάς.

«Ήταν πολύ δύσκολα. Ξεκινήσαμε το ταξίδι προς την Τουρκία, παράνομα, όπου δεν μας φέρθηκαν καλά. Περπατάγαμε περίπου τρεις ώρες μέσα στο δάσος, φθάσαμε στη Σμύρνη. Μετά ήρθαμε με βάρκες. Αν δεν είχα απειλή από τη χώρα μου ποτέ δεν θα έμπαινα στη θάλασσα. Δεν είχα όμως άλλη λύση. Βγήκαμε στη Σάμο. Από τη μέρα που φθάσμε πήγαμε στην Αστυνομία, όπου μας ανέκριναν, μας πήραν αποτυπώματα και μετά μας έβαλαν σε ένα χώρο, όπου υπήρχαν σκηνές. Για ένα μήνα κοιμηθήκαμε στο χώμα.

Για μένα ήταν δύσκολο, γιατί έχω περάσει εγκεφαλικό και αναγκάστηκα πέντε μέρες να μείνω στο νοσοκομείο. Έδωσα τις εξετάσεις στις υπηρεσίες της Ύπατης Αρμοστείας και μας έδωσαν ένα σπίτι για να μείνουμε. Μείναμε εκεί 15 μέρες. Μας είπαν ότι πρέπει να πάμε στην Αθήνα, για να μπορούμε να έχουμε καλύτερη ιατρική περίθαλψη. Μας υπέδειξαν να έρθουμε εδώ, πήγαμε στη Θήβα, όπου παρουσιαστήκαμε πάλι στην Ύπατη Αρμοστεία. Εκεί πάλι δείξαμε τα χαρτιά των εξετάσεών μου και μετά μας έφεραν εδώ».

Ρωτήσαμε ποιος είναι ο «στόχος». Η απάντηση πολύ απλή:

«Έφυγα από τη χώρα μου που την αγαπάω όσο καμιά άλλη και από τους ανθρώπους που είναι εκεί γιατί υπήρχε κίνδυνος για την ζωή μου. Ήρθα εδώ στην Ελλάδα που είναι μια χώρα δημοκρατική και μπορώ να ζήσω. Αν μπορέσω να πάρω άσυλο στην Ελλάδα και ξέρω ότι μπορώ να ζω εδώ όπως όλος ο κόσμος και εγώ και τα παιδιά μου, δεν θα σκεφτώ να πάω αλλού. Αν όμως δεν μπορώ να ζήσω, τότε θα αναγκαστώ να σκεφτώ να πάω κάπου αλλού».

Απλά και τα σχέδια για το μέλλον:

«Όλα θα εξαρτηθούν από την απόφαση που θα πάρω. Αν δεν μπορώ να ζήσω εδώ, αναγκαστικά θα πρέπει να πάω κάπου αλλού. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να πει 100% ότι θα βρει ότι θέλει στη ζωή του. Αλλά θα ήθελα αν μπορούσα να βρω κάποια δουλειά για να βγάλω αυτά που χρειάζεται να ζήσει η οικογένειά μου».

Λίγο το διάστημα που μένουν στην πόλη μας, αλλά έχουν ήδη διαμορφώσει γνώμη:

«Ο λαός που ζει γύρω μας είναι απλός, πάρα πολύ καλοί μαζί μας. Είναι πολύ καλή χώρα η Ελλάδα και ελπίζω το 2018 να υπάρχει ευτυχία για όλον τον κόσμο εδώ. Είμαστε πάρα πολύ ευχαριστημένοι».

Δεν σταματούν να μας λένε ευχαριστώ για τους εργαζόμενους του προγράμματος που τους βοηθούν στην εγκατάσταση και σε ό,τι άλλο χρειάζονται, όπως στις επισκέψεις τους σε νοσοκομείο. Όσο για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ως οικογένεια, ο Σάμι είναι πολύ φειδωλός: «Στη ζωή σου πρέπει να βλέπεις τα πάντα. Το σημαντικό είναι ότι δεν πρέπει να κάνεις πίσω. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν προβλήματα καθημερινά. Η ζωή είναι πόνος. Πρέπει να έχεις δύναμη. Τα προβλήματα που έχουμε καθημερινά είναι ότι η γυναίκα μου δεν είναι καλά στην υγεία της, εγώ δεν είμαι καλά, τα προβλήματα της υγείας μας είναι οι βασικές μας δυσκολίες».

Πρέπει να ευχαριστήσουμε κι εμείς τον Αλί, που ήταν ο διερμηνέας μας σε αυτή τη συζήτηση, αλλά και όλους τους συνεργάτες της δομής που έχει στηθεί δίπλα στην Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου για την υποστήριξη αυτού του τόσο σημαντικού προγράμματος. Το πρόγραμμα που ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2017, συνεχίζεται ήδη και για το 2018 και αυτή τη στιγμή έχει 160 επωφελούμενους σε 30 διαμερίσματα.

Γιώργος Κατερίνης

Μοιραστείτε το: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email
Print this page
Print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *