Ευρωπαϊκά εγκλήματα του λευκού κολάρου

Η ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι μια εκνευριστικά νηφάλια, τεχνοκρατική περιγραφή μιας οικονομικής και κοινωνικής δολοφονίας. Όλα όσα καταγγέλλονταν από το 2010 περιγράφονται στην έκθεση με την «τρυφερή» γλώσσα της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας.

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου, αναδημοσίευση από την Αυγή

Στην εγκληματολογία, ως «εγκλήματα του λευκού κολάρου» ορίστηκαν πράξεις της οικονομικής και επιχειρηματικής ελίτ ή υψηλόβαθμων στελεχών επιχειρηματικών ομίλων, αλλά και της δημόσιας διοίκησης, οι οποίες ενώ έχουν συνέπειες σε βάρος της ιδιωτικής ή δημόσιας περιουσίας πολύ πιο βλαπτικές από την κοινή κλοπή, δεν αντιμετωπίζονταν ως εγκλήματα από την ποινική νομοθεσία. Γιατί -πολύ απλά- η πολιτική επιρροή που ασκούσε η οικονομική ελίτ στις κρατικές αρχές τής εξασφάλιζε ποινική ασυλία.

Έτσι, ενώ η κλοπή ακόμη και μιας φραντζόλας ψωμί (βλέπε Γιάννη Αγιάννη) τιμωρείται αυστηρά εδώ και χιλιετίες, η οικονομική απάτη, η φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή, η κατάχρηση εξουσίας ή δεσπόζουσας θέσης μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν αδικήματα άγνωστα στην ποινική νομοθεσία ή, στην καλύτερη περίπτωση, τιμωρούνταν με διοικητικά πρόστιμα και εξαγοράσιμες ποινές. Ακόμη και σήμερα, ενώ τα περίφημα Panama Papers και Paradise Papers αποκαλύπτουν ένα εγκληματικό, κυριολεκτικά αιματηρό, πλιάτσικο εις βάρος της ανθρωπότητας, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει έγκλημα προς τιμωρία. Διότι οι πολιτικές ηγεσίες έχουν φροντίσει να δημιουργήσουν θερμοκήπια ασυλίας για τους «καλλιτέχνες» της φοροαποφυγής. Ο μόνος λόγος για τον οποίο η ασυλία ενδέχεται να περιοριστεί στο μέλλον είναι ότι ο ανταγωνισμός της νόμιμης φοροαποφυγής προκαλεί φυγή κεφαλαίων και απώλεια εσόδων σε μερικές πλούσιες χώρες.

Η πιο εκφραστική συμπύκνωση της ταξικής τύφλωσης της Δικαιοσύνης απέναντι στο κοινό και στο ατιμώρητο έγκλημα είναι η περίφημη φράση του Μπρεχτ στην «Όπερα της πεντάρας»: «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας;». Ή, τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ανακεφαλαιοποίησή της με χρήματα των φορολογουμένων, θα μπορούσαμε να παραφράσουμε για επικαιροποίηση. Πριν δέκα μέρες, ο απερχόμενος πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ ομολόγησε κυνικά ένα έγκλημα, δηλώνοντας στο Ευρωκοινοβούλιο ότι χρησιμοποιήθηκαν πολλά χρήματα των φορολογουμένων με λάθος τρόπο για να σωθούν οι τράπεζες και ο κόσμος είχε δίκιο που το επέκρινε. Είναι εύκολο να ομολογείς ένα έγκλημα όταν ξέρεις ότι η ομολογία σου δεν έχει συνέπειες. Διότι nullum crimen, nulla poena sine lege (=κανένα έγκλημα, καμιά ποινή χωρίς νόμο). Και οι αρχιτέκτονες της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης έχουν προνοήσει να μην υπάρχει κανένα σχετικό ρίσκο. Είτε γιατί δεν είναι πουθενά γραμμένο στις ευρωπαϊκές Συνθήκες πως οι καταστροφικές αποφάσεις τους συνιστούν αδίκημα. Είτε γιατί αυτοί που διέπραξαν το αδίκημα απλώς δεν έχουν υπόσταση στον εικονικό κόσμο της Ε.Ε., όπως το «άτυπο» κατά τις Συνθήκες Eurogroup.

Αν αυτό ακούγεται -και είναι- εξοργιστικό ως ομολογούμενο αλλά μη τιμωρήσιμο έγκλημα, ακόμη πιο εξοργιστική είναι η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου που δημοσιοποιήθηκε προ ημερών για την παταγώδη αποτυχία των Μνημονίων, τα σκανδαλώδη νομικά κενά εντός των οποίων κινήθηκε η Κομισιόν και τον ακόμη πιο σκανδαλώδη απολογισμό των τραπεζικών ανακεφαλαιοποιήσεων των τριών Μνημονίων που -κατά το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο- έχουν φορτώσει την ελληνική κοινωνία με χρέος 45 δισ. ευρώ. Από τα οποία θα ανακτηθούν το πολύ 9 δισ., ενώ το Δημόσιο, εκτός από τη ζημία του, έχει παραιτηθεί με ύποπτο τρόπο από τον διοικητικό έλεγχο των τραπεζών, αν και ήταν ολοκληρωτικά κρατικοποιημένες.

Η ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι μια εκνευριστικά νηφάλια, τεχνοκρατική περιγραφή μιας οικονομικής και κοινωνικής δολοφονίας. Όλα όσα καταγγέλλονταν από το 2010 από τις πάλαι ποτέ αντιμνημονιακές δυνάμεις για την εξωθεσμική λειτουργία της τρόικας, για την έλλειψη νομιμότητας στη δράση της Κομισιόν εντός της τρόικας, για την παταγώδη αστοχία των μακροοικονομικών προβλέψεων, για τη χειραγώγηση των δημοσιονομικών στόχων, περιγράφονται στην έκθεση με την «τρυφερή» γλώσσα της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας. Η Κομισιόν, που είναι η ελεγχόμενη του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, απαντά και στις 11 συστάσεις της έκθεσης με την επωδό: «Η Επιτροπή αποδέχεται τη σύσταση». Κατά το «αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστιν αμαρτία».

Δεν είναι πρώτη φορά στη μνημονιακή μας θητεία που ομολογείται ένα πολιτικό έγκλημα λευκού κολάρου, με τη βεβαιότητα ότι δεν είναι αξιόποινο. Συνέβη και το 2013, με τους «λάθος» δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές που αποκάλυψε ο Μπλανσάρ του ΔΝΤ, με τους οποίους ξέφυγαν καμιά δεκαριά ποσοστιαίες μονάδες ύφεσης, λες κι ήταν στραγάλια. Τότε η Κομισιόν απαντούσε ότι οι σχετικές εκτιμήσεις είναι «περιορισμένης σημασίας και χρηστικότητας για την Ελλάδα». Τώρα, ένα άλλο θεσμικό όργανο επιβεβαιώνει το έγκλημα, δείχνει και τον αυτουργό, αλλά η υπόθεση κλείνει με απλές συστάσεις που με γενναιοφροσύνη γίνονται «αποδεκτές».

Γιατί όλη αυτή η έκρηξη ειλικρίνειας από τους Ευρωπαίους εγκληματίες του λευκού κολάρου; Γιατί το 2012, το 2013, το 2014 η οργή των θυμάτων τους ήταν απρόβλεπτη, επικίνδυνη. Τώρα τα θύματα φαίνονται ακίνδυνα, παράδοξα εξοικειωμένα με τα εγκλήματα, σχεδόν σε καταστολή.

Μοιραστείτε το: Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterEmail this to someonePrint this page

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *